Παλευοντας με τον ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗ: Ενα δοκιμιο για το εργο του Μιγκελ Ντε Θερβαντες.

0 Comments
Ο κάτισχνος μέσης ηλικίας κύριος και πρωταγωνιστής του έργου που ταξιδεύει από την πραγματικότητα στη φαντασίωση και αντιστρόφως, αφήνει θέματα ανοιχτά που πραγματικά κάποιος χρειάζεται να γράψει εκ νέου ένα βιβλίο με επεξηγήσεις και αναλύσεις για το μυθιστορηματικό αριστούργημα του Θερβάντες. Κάθε φράση, κάθε παράγραφος, γενικότερα οι τεχνικές του γραπτού λόγου, από τον Δον Κιχώτη, κρύβουν στοιχεία δημιουργώντας στη συνέχεια σύγχυση στην ανάλυση των χαρακτήρων, ο συγγραφέας αφηγητής «παίζει» πολύ με πολλά θέματα, μοτίβα και σύμβολα, κάνοντας έτσι τον αναγνώστη να επιθυμεί περισσότερο την ως το τέλος μελέτη του έργου για να κατανοήσει σε βάθος τα πολλαπλά σημεία του


Edmund Bristow (1787-1876) 
Don Quixote and Sancho Panzo preparing to attack a windmill 

Ο Δον Κιχώτης του Μιγκέλ Ντε Θερβάντες:

Ο μέσης ηλικίας κύριος, που από την ανάγνωση πολλών βιβλίων με περιεχόμενο που έχουν να κάνουν για τους ιπποτικούς αγώνες και γενικότερα για την ιπποσύνη, έχει τρελαθεί, αποφασίζει να περάσει ταξιδεύοντας μια μεγάλη περιπέτεια για να κερδίσει την τιμή στο όνομά του και να συγκινήσει την πανέμορφη Δουλτσινέα. Θεωρεί πως στον ταραχώδη κόσμο που ζει, ελπίζει να του δώσει μια διαφορετική αίσθηση δια μέσου του ιπποτικού κώδικα, κάνοντας τον περιπλανώμενο ιππότη. Αυτόν τον κώδικα προσπαθεί να τον κάνει τρόπο ζωής, (W. Smith, “ Spanish Literature – Cervantes ” Wimbledon School of Art (W.S.A.), p. 35 London, W.S.A. Pub, 1993.). Από τις πράξεις και τις αντιδράσεις του καταλαβαίνουμε πως είναι κατά μεγάλο μέρος ανίκανος να δει τον κόσμο όπως είναι πραγματικά. Μέσα στο κείμενο Ο Θερβάντες κάνει συχνές αναφορές και για την λογοτεχνία. Εύκολα λοιπόν κανείς βγάζει το συμπέρασμα πως τα ιπποτικά βιβλία, έχουν κάνει τον Δον Κιχώτη να έχει αυταπάτες, να νομίζει τα πανδοχεία με κάστρα και τους ανεμόμυλους με στρατό που του επιτίθεται και όταν συνέρχεται και βλέπει τα πανδοχεία ως πανδοχεία, αποζήτα την λύση της κακοτυχίας του στην αγάπη της Δουλτσινέα. 

Καμιά ανάλυση όσο λεπτομερής και αν είναι δεν θα εξηγήσει επαρκώς: πότε η λογική του Δον Κιχώτη γίνεται τρέλα και πότε η τρέλα του λογική. Παλεύει μεταξύ παραμυθιού και πραγματικότητας ψάχνοντας το σωστό τρόπο, τη σωστή θα λέγαμε καλύτερα πράξη ζωής, (W. Smith, p. 46, 1993.). Ώσπου στο τέλος, εμφανίζεται λογικός και εκεί τα πράγματα δυσκολεύουν και μας κάνει να σκεπτόμαστε πως είναι δυνατόν τόσο γρήγορα να αποτινάζει την τρέλα του και να επικρατεί η λογική του ή τίθεται και ένα άλλο ζήτημα αν όλο αυτό ήταν μια πράξη υποκριτικής που τον οδήγησε στην τρέλα και ξαφνικά βρήκε την λογική σε όλη την υποκρισία του, (S. Bacon, “Don Quixote – The stage play analyzed ”, Wimbledon School of Art (W.S.A.), p. 23, London, W.S.A. Pub, 1992.).

Ο Θερβάντες στο έργο του έχει τον ρόλο του αφηγητή. Αυτά που θέλει να πει τα λέει μέσα από τα λόγια τον προσώπων του, (W. Smith, p. 63, 1993.). Αυτό συμβαίνει σαφέστατα και στο κεντρικό ήρωα του τον Δον Κιχώτη. Από τον Σάντσο πηγάζει το αγαθό και οι κακές πτυχές της τρέχουσας εποχής αλλά και των παρελθουσών ημερών της ιπποσύνης. Επιδεικνύει τα ελαττώματα στον Δον Κιχώτη και αποτελεί τον λογικό χαρακτήρα του έργου. Ο Σάντσο δεν μοιράζεται την εξοργιστική πίστη του Δον Κιχώτη στις ιπποτικές αρετές, αλλά καταφεύγει προς σε μια άλλη πιο ακραία, που εξισώνει τη δύναμη με την τιμή. Ως χαρακτήρας με προοπτική και περισσότερη φρόνηση, μαθαίνει από τον κόσμο γύρω του χάρη στην ασταμάτητη περιέργειά του. Είναι χαρακτήρας ο οποίος εξανθρωπίζει την ιστορία, δείχνοντας αξιοπρέπεια, συνδυάζοντας το χιούμορ και τον οίκτο, (W. Smith, p. 66, 1993.). Μέσω του Σάντσο, η κριτική του Θερβάντες είναι τόσο διαχρονική που φτάνει ως στις μέρες μας να είναι αληθινή. Αν και ο Σάντσο είναι ανίδεος, αναλφάβητος, δειλός, και ανόητος, εκφράζοντας την εργατική τάξη, εν τούτοις αποδεικνύεται ένας σοφός και δίκαιος κυβερνήτης, από έναν μορφωμένο κυβερνήτη, πλούσιο, και αριστοκρατικό. «Ο Θεός ξέρει τι σημαίνω γι’ αυτόν.», με αυτό το ρητό ο Σάντσο δείχνει ότι με την πίστη στον εαυτό σου, δείχνεις την πίστη σου στο Θεό και μια δύναμη εξανθρωπισμού που διακρίνει τα αληθινά αξιότιμα άτομα, ακόμα και όταν έχουν έλθει από την εργατική τάξη, (S. Bacon, p. 26, 1992.). 

Η Δουλτσινέα αποτελεί μια αόρατη μορφή στο έργο του Θερβάντες όπου σε δύο περιπτώσεις φαίνεται ότι πάει να εμφανιστεί, κάποια όμως πονηριά την κρατά μακριά από τη δράση. Στην πρώτη περίπτωση, οι παρεμποδίσεις του Σάντσο από τους ιερείς, η οποία είναι στο δρόμο του για να της παραδώσει μια επιστολή από τον Δον Κιχώτη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, ο Σάντσο αναφέρει ότι ψάχνει την Δουλτσινέα και δεν μπορεί να την εντοπίσει. Παρά την απουσία της από το μυθιστόρημα, η Δουλτσινέα είναι μια σημαντική δύναμη επειδή συνοψίζει την αντίληψη του Δον Κιχώτη - περί ιπποτικής – εμφανίζοντας την ως τέλεια γυναίκα και τέλειος χαρακτήρας, (S. Bacon, p. 75, 1992.). Στο μυαλό του, αποτελεί το όμορφο και το ενάρετο, και αποζημιώνει την έλλειψή του υποβάθρου και της καταγωγής της με τις καλές πράξεις της. Είναι, επομένως, σημαντική όχι για αυτό που είναι – δηλαδή γυναίκα - αλλά για αυτό που ο χαρακτήρας της αντιπροσωπεύει, (S. Bacon, p. 77, 1992.). 

Ακόμα μερικοί χαρακτήρες στον Δον Κιχώτη παρουσιάζουν βαθιά ανησυχία για την προσωπική τιμή τους και μερικοί όχι. Εδώ ο Θερβάντες υπονοεί ότι είτε η επιλογή μπορεί να οδηγήσει σε καλά, είτε σε καταστρεπτικά αποτελέσματα. Γνωρίζοντας και τις υπόλοιπες μορφές του έργου θα δούμε πρώτα τον Ανσέλμο ο οποίος είναι τόσο υπερβολικά προστατευτικός στη τιμής της συζύγου του, δυσπιστεί για την πίστη της, όπου τελικά όλο αυτό οδηγεί στη μοιχεία της και το θάνατό του. Επιπλέον, ο ίδιος ο ήρωας Δον Κιχώτης αποκαλούμενος την τιμή του οδηγείτε σε μια φανταστική μάχη όπου τα συμβαλλόμενα μέρη δεν την έχουν πλήξει. Αφ' ετέρου, η ανησυχία της Δωροθέας για την προσωπική τιμή της την οδηγεί να ακολουθήσει το Φέρντιναντ, με ευτυχή αποτελέσματα και για τους δύο. Σε αυτά τα παραδείγματα, βλέπουμε ότι οι χαρακτήρες που ενδιαφέρονται πρώτιστα για τους κοινωνικά ορισμένους κώδικες της τιμής, όπως ο Ανσέλμο, συναντιούνται με δυσκολία, ενώ εκείνοι που καθορίζουν μόνο να προστατεύσουν την προσωπική τιμή τους, όπως η Δωροθέα συναντιούνται επιτυχώς. Άλλοι χαρακτήρες, ειδικά εκείνοι που φορούν την τρέλα του Δον Κιχώτη για την ψυχαγωγία τους, φαίνονται να φροντίζουν πολύ λίγο για την προσωπική τιμή τους. Ο δούκας και η δούκισσα δείχνουν ότι η αληθινή προσωπική τιμή κάποιου δεν έχει καμία σχέση με την κοινωνική θέση. 

Είναι ένα περίεργο παιχνίδι που κάνει ο αφηγητής Θερβάντες εμφανίζοντας πολλά μοτίβα μέσα στο έργο του. Παρακάτω θα δούμε και ποια θέση παίρνει το ρομαντικό στοιχείο στη αφήγηση. Ο Θερβάντες λοιπόν καταλήγει ότι η υπερβολική φιλοδοξία δημιουργεί μόνο πρόβλημα, (S. Bacon, p. 90, 1992.). Από αυτή την άποψη, ο ίδιος ο αφηγητής υπονοεί ότι η προσωπική τιμή μπορεί να είναι ισχυρή και θετική, παρακινώντας την εσωτερική δύναμη, ενώ οι κοινωνικά ορισμένες έννοιες της τιμής, που είναι συχνά κοίλες και ψεύτικες, μπορούν να είναι καταστρεπτικές εάν υιοθετείται επίμονα και βασανιστικά, (S. Bacon, p. 92, 1992.). 

Στον Δον Κιχώτη πολλοί χαρακτήρες φαίνονται να υποθάλπουν τη ρομαντική αγάπη και άλλοι να κρατούν ψηλά αυτό το ιδανικό. Για παράδειγμα η αγάπη του Λούη για την Κλάρα, ο γάμος του Καμάτσο, και η ιστορία του αιχμαλώτου και του Ζοράϊδα, είναι όλες οι καταστάσεις στις οποίες η ρομαντική αγάπη προβάλλεται στο καθένα με τρόπο διαφορετικό. Ακόμη και στην περίπτωση του Σάντσο και της Τερέζα, η ρομαντική αγάπη επικρατεί ως σημαντικό μέρος της συζυγικής υποχρέωσης, την οποία βλέπουμε στην επιθυμία της Τερέζα να τιμήσει το σύζυγό της στο δικαστήριο. Ειρωνική, είναι η αγάπη του Δον Κιχώτη στη δήθεν αγάπη που του έχει η Δουλτσινέα και ο αφηγητής εδώ γίνεται χλεύων, πως δηλαδή υπάρχει αγάπη όταν δεν έχουν δει ποτέ ο ένας τον άλλον; (S. Bacon, p. 98-102, 1992.). 

Ένα ακόμα στοιχείο το οποίο δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο, είναι πως στην αφήγησή του ο Θερβάντες χρησιμοποιεί διαφόρους συμβολισμούς ειδικότερα όταν αναφέρεται σε αντικείμενα. Για παράδειγμα τα βιβλία και τα χειρόγραφα συμβολίζουν τη σημασία και την επιρροή της μυθιστοριογραφίας και της λογοτεχνίας στην καθημερινή ζωή. Τα βιβλία καθοδηγούν και ενημερώνουν τον ανίδεο και παρέχουν μια επινοητική έξοδο στους χαρακτήρες για τις θαμπές ζωές, (S. Bacon, p. 105, 1992.). Τα άλογα συμβολίζουν τη μετακίνηση και τη θέση στο μυθιστόρημα και δείχνουν συχνά την αξία ή την κατηγορία ενός χαρακτήρα. Οι προσκυνητές έξω από τη Βαρκελώνη, παραδείγματος χάριν, και ο περίπατος τους στην πόλη. Στο μυαλό, τουλάχιστον, του ήρωα η εμφάνιση των αλόγων στον ορίζοντα συμβολίζει τον ερχομό μιας νέας περιπέτειας, (S. Bacon, p. 108, 1992.). Τα πανδοχεία που εμφανίζονται σε όλο το μυθιστόρημα είναι χώροι συνάντησης για τους ανθρώπους όλων των κατηγοριών. Είναι τα σημεία εκείνα που στο μυθιστόρημα, τα συνήθως διαχωρισμένα άτομα μιλούν και ανταλλάσσουν ιστορίες και προσωπικές περιπέτειες καθημερινότητας - πολυφωνία του μυθιστορήματος, (S. Bacon, p. 110, 1992.). Τα πανδοχεία συμβολίζουν το υπόλοιπο, τα τρόφιμα αλλά και τη δωροδοκία και την πλεονεξία, δεδομένου ότι πολλοί ξενοδόχοι στο μυθιστόρημα είναι τρελοί. Ο Σάντσο για παράδειγμα προτιμά να μείνει σε ένα πανδοχείο παρά να ακολουθήσει τον ήρωα σε μια ιπποτική επιθυμία για ύπνο κάτω από τα αστέρια. Αυτές οι αντιτιθέμενες προτιμήσεις παρουσιάζουν τη σύνδεση του Σάντσο με την πραγματικότητα και την κοινωνία και την ενστικτώδη επιθυμία του για την άνεση, σε αντίθεση με τον Δον Κιχώτη που δείχνει την αλλοτριωμένη υπόστασή του από την κοινωνία και τους κανόνες της, (S. Bacon, p. 115, 1992.). Ακόμα και όταν μένει στα πανδοχεία, φαίνεται καταφανώς αλλοτριωμένος από τα γεγονότα που πραγματοποιούνται εκεί, όπως η επανένωση των τεσσάρων εραστών στο πρώτο μέρος.

Μέχρι τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες, το μόνο που είχε να δείξει η πεζογραφία εκείνη την εποχή, ήταν η γραφή διηγημάτων και τα μυθιστορήματα με ιππότες και ιπποτικούς κώδικες, γραμμένα κάτω από περίεργες και πολύ δυσανάρμοστες για την εποχή ηθικές. Όλα αυτά λειτούργησαν ως ασυμβίβαστα συστήματα της ηθικής, στοιχείο που φαίνεται μέσα και από το έργο του Θερβάντες. Ο Δον Κιχώτης είναι ένας που θέλει να διατηρήσει το παλαιό σύστημα της ηθικής, δηλαδή τον ιπποτικό κώδικα. Αυτή η σύγκρουση μεταξύ παλαιού και του νέου φθάνει σε ένα απόλυτο αδιέξοδο: στο έργο του Θερβάντες, όπου κανένας δεν καταλαβαίνει κανέναν (S. Bacon, p. 32, 1992.). Μόνο ο αγαθός Σάντσο με τις αυτό-παρακινημένες επιθυμίες του και με μια βασική κατανόηση της ανθρωπιστικής ηθικής, μπορεί να μεσολαβήσει μεταξύ του Δον Κιχώτη και του υπόλοιπου κόσμου, (S. Bacon, p. 117, 1992.). Τούτη η μάχη μεταξύ παλαιού και νέου προβάλλει καθαρά την παράβλεψη της ιπποτικής λογοτεχνίας σε κάτι πιο νέο. Το νέο αυτό έρχεται μέσα από το έργο του Θερβάντες, φανερώνοντας τη διάκριση μεταξύ την κατηγορία των κατωτέρων και μεσαίων στρωμάτων, με την άρχουσα και ευγενική τάξη, (S. Bacon, p. 39, 1992.). Ο Θερβάντες επιτίθεται στη συμβατική έννοια ότι οι αριστοκράτες είναι αυτόματα αξιοσέβαστοι και ευγενείς, στοιχεία που φαίνονται σε πολλά ιπποτικά μυθιστορήματα της εποχής, (S. Bacon, p. 41, 1992.). Η αντίθεση μεταξύ της απερίσκεπτης κακοβουλίας δουκών και δουκισσών μεταξύ του αθώου και οδηγημένου από οίκτο Σάντσο δίνει περισσότερη έμφαση σε αυτό το ζήτημα των κοινωνικών τάξεων. Παρά τη χαμηλή κοινωνική θέση του, ο αγρότης Σάντσο είναι σοφός και στοχαστικός. Επιπλέον, οι γιδοβοσκοί και οι ποιμένες εμφανίζονται συχνά ως φιλόσοφοι. Αντίθετα, οι κοσμοπολίτικοι ή αριστοκρατικοί χαρακτήρες όπως ο δούκας και η δούκισσα είναι συχνά επιπόλαιοι και αγενείς. Η έμφαση αυτή του Θερβάντες σε αυτές τις διαφορές μεταξύ των κοινωνικών κατηγοριών και των αξιών αποτελεί ένα σοβαρό λόγο που κάνουν τον Δον Κιχώτη μια επαναστατική εργασία για την εποχή του, (S. Bacon, p. 50, 1992.).

Το έργο, αποτελείται από τρία διαφορετικά τμήματα, και αποτελεί μια πλούσια εξερεύνηση των δυνατοτήτων της τεχνικής που ονομάζεται αφήγηση. Το πρώτο αφορά την πρώτη αποστολή του Δον Κιχώτη, και λειτουργεί κυρίως ως παρωδία των σύγχρονων ρωμανικών ιστοριών, (S. Bacon, p. 52, 1992.). Το δεύτερο τμήμα, περιλαμβάνει το υπόλοιπο του πρώτου μέρους, το οποίο γράφεται κάτω από την ενδυμασία μιας ιστορίας, παρουσιάζοντας ιστορικά γεγονότα πολύ προσεκτικά τεκμηριώνοντας τα ως γεγονότα κάθε ημέρας, (S. Bacon, p. 53, 1992.). Το τρίτο τμήμα του έργου, καλύπτει το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, το οποίο είναι διαφορετικό, δεδομένου ότι γράφεται ως παραδοσιακότερο μυθιστόρημα, οργανώνεται από το συναισθηματικό και θεματικό περιεχόμενο και γεμίζει την ανάπτυξη των χαρακτήρων, (S. Bacon, p. 55, 1992.). 

Στο πρώτο τμήμα ο Θερβάντες χρησιμοποιεί ένα απλό αφηγηματικό ύφος, (S. Bacon, p. 56, 1992.). Στο δεύτερο τμήμα, μας ενημερώνει ότι μεταφράζει το χειρόγραφο Cide Hamete Benengeli και διακόπτει συχνά την αφήγηση για να αναφέρει τις εσωτερικές ασυνέπειες στο χειρόγραφο του Benengeli. Εδώ ο συγγραφέας, χρησιμοποιεί το Benengeli για να ενισχύσει πρώτιστος την αξίωσή του ότι η ιστορία είναι μια αληθινή ιστορία, (S. Bacon, p. 60, 1992.). Στο τρίτο τμήμα, εντούτοις, ο Θερβάντες εισάγει στο μυθιστόρημα σύνθετους χαρακτήρες και αυτός από απλός συντάκτης γίνεται αφηγητής, (S. Bacon, p. 69, 1992.). Οι χαρακτήρες είναι, ενήμεροι για τα βιβλία που έχουν γραφτεί για αυτούς και προσπαθούν να αλλάξουν το περιεχόμενο των επόμενων εκδόσεων. Αυτό περιπλέκει κάπως την κατάσταση διότι αναπτύσσεται μια αφηγηματική δομή που μας αφήνει αποπροσανατολισμένους κάπως, στο να δούμε καθαρά μέσα στην ιστορία το κυρίως θέμα του έργου. Αυτός ο αποπροσανατολισμός απορροφά τον αναγνώστη και υπογραμμίζει το θέμα – που αποτελεί και θέμα όλου του έργου - της λογικότητας που προκύπτει σε όλο το μυθιστόρημα, (S. Bacon, p. 78, 82, 1992.). Εάν κάποιος τόσο τρελός όπως ο Δον Κιχώτης μπορεί να γράψει την ιστορία του, αναρωτιόμαστε τι θα μας απέτρεπε από το να κάνει το ίδιο πράγμα και ο Θερβάντες και γι’ αυτό ίσως να έχει πολλούς λόγους να τον αμφιβάλει ως ήρωα στο δεύτερο τμήμα του έργου, (S. Bacon, p. 82, 1992.). Στο τρίτο τμήμα, ο Θερβάντες μας αναγκάζει να εξετάσουμε μια διαφορετική αρχή της αφήγησης, με τους πολυσύνθετους χαρακτήρες που εντάσσει στο έργο του. Εκεί εμφανίζεται και η πολυγλωσσία του έργου, στους χαρακτήρες μέσα στα πανδοχεία και στα ταξίδια του Δον Κιχώτη.

Ο Δον Κιχώτης περιέχει διάφορες συζητήσεις για τις σχετικές αξίες των διαφορετικών τύπων λογοτεχνιών, συμπεριλαμβανομένης της μυθιστοριογραφίας και της ιστορικής λογοτεχνίας. Οι περισσότεροι από τους χαρακτήρες, του ιερέα και του κανόνα του Τολέδο, τελικά υποστηρίζουν ότι η λογοτεχνία πρέπει να πει την αλήθεια, (S. Bacon, p. 165, 1992.). Αρκετοί ακόμη προτείνουν ότι η «κυβέρνηση», αν μπορούμε έτσι να αποκαλέσουμε τα ύπατα αξιώματα της εποχής, πρέπει να ασκήσει λογοκρισία για να αποτρέψει τις κακές αναλήθειες ορισμένων βιβλίων και την αλλοίωση των αθώων μυαλών όπως αφήνεται να εννοηθεί μέσα από το έργο Δον Κιχώτης, (S. Bacon, p. 169, 1992.). Ο Θερβάντες δηλώνει πως το έργο δεν είναι μυθιστοριογραφία αλλά μια μετάφραση ενός ιστορικού απολογισμού. Το γεγονός ότι ξέρουμε ότι αυτή η αξίωση του Θερβάντες είναι ψεύτικη - δεδομένου ότι η εργασία είναι πλασματική - καθιστά το συμβολισμό του σαφή: ανεξάρτητα από το πόσο είναι ειλικρινείς οι προθέσεις ενός συγγραφέα, δεν μπορεί ποτέ να πει ολόκληρη την αλήθεια, (S. Bacon, p. 173 1992.). Παρ’ όλα αυτά η λογοτεχνία παραμένει μια ισχυρή δύναμη στον Δον Κιχώτη, ένα μυθιστόρημα που καθοδηγεί τις ζωές πολλών χαρακτήρων. Οι έννοιες του συγγραφικού επαγγέλματος ανησυχούν τους χαρακτήρες σε όλο το μυθιστόρημα, δεδομένου ότι πολλοί από αυτούς εξετάζουν την ιδέα του γραψίματος των ιστοριών τους ως αφηγητές, (S. Bacon, p. 180, 1992.).

Ο Δον Κιχώτης… Ο Ιππότης της ελεεινής μορφής. Ο «ήρωας» με όλες τις ευγενικές και μεγαλόψυχες υπερβολές. Ένα έργο που κλείνει μέσα του την λεπτή ειρωνεία, την έντονη περιγραφή των ανθρώπινων χαρακτήρων, την προβολή ηθών και εθίμων. Ένας αστείος, αφελής τύπος μιας ξεπεσμένης εξουσίας, τόσο κοντά στο σήμερα, ο «ήρωας» του έργου, κενόδοξος, ανεδαφικός εκφραστής ενός κόσμου που φεύγει για πάντα από το ιστορικό προσκήνιο και προσπαθεί με γελοία καμώματα να κρατηθεί. Μπορεί να φανταστεί κανείς πως στην πεζογραφία εκείνης της περιόδου επικρατούσαν όλα τα αντί. Είναι ακόμα και η φεουδαρχία, που ενώ ο ρόλος της ιστορικά έχει τελειώσει, κάνει προσπάθεια να επιβιώσει και μόνο την γελοιοποίηση προκαλεί. Είναι η ανθρώπινη ματαιοδοξία, είναι η μεγαλομανία, είναι τα ξεφτισμένα ψευτοιδανικά και είναι ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες ένα επικό αριστούργημα! 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1. W. Smith, “ Spanish Literature – Cervantes ” Wimbledon School of Art (W.S.A.), London, W.S.A. Pub, 1993.
2. S. Bacon, “Don Quixote – The stage play analyzed ”, Wimbledon School of Art (W.S.A.), London, W.S.A. Pub, 1992.

© 2016 Emmanuel G. Mavros


You may also like

No comments:

Note: Only a member of this blog may post a comment.