Ιστορικες, κοινωνικες και ιδεολογικες διαφορες αναμεσα στη Λυρικη και Επικη ποίηση.

0 Comments
Οι μεγάλες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτειακές μεταβολές σε συνδυασμό με την ευρεία διάδοση της γραφής, την ποικιλία των ερεθισμάτων και την πειραματική διάθεση που διέπει ολόκληρο τον αρχαϊκό κόσμο, αποτέλεσαν τους σπουδαιότερους παράγοντες που οδήγησαν στην άνθηση της ποίησης. Το έπος, αν και δεν μπορεί πια να δημιουργήσει έργα εφάμιλλα των επιτευγμάτων του Ομήρου, εκπροσωπήθηκε επάξια από τον Ησίοδο. Ωστόσο, το είδος που αναπτύχθηκε με ταχύτατους ρυθμούς και με μεγάλη ποικιλομορφία ήταν η λυρική ποίηση, η οποία ανταποκρινόταν καλύτερα στα νέα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα.

Η αναφορά σημαντικών στοιχείων, για την επική και την λυρική ποίηση ως προς τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του ατόμου της αρχαϊκής εποχής, θα βοηθήσει την επεξήγηση του θεϊκού χαρακτήρα της επικής ποίησης σε σχέση με τις ιστορικές και τις ιδεολογικές συνθήκες που την διαμόρφωσαν, προβάλλοντας την εμφανή διαφορά σε ιστορικό και ιδεολογικό πλαίσιο της λυρικής από την επική ποίηση. 

Τα έργα του Ομήρου και του Ησιόδου είναι βέβαια τα μόνα που διασώθηκαν ως έπη από τα πρώιμα χρόνια της ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά όλα δείχνουν πως δεν ήταν τα μόνα που υπήρχαν. Η σύνθεσή τους βασίζεται σε λογότυπους που ακολουθούν τη ραψωδική παράδοση. Στοιχεία γι' αυτή την παράδοση μας δίνουν τα ίδια τα έργα: στην Οδύσσεια αναφέρονται οι απαγγελίες του Φήμιου και του Δημόδοκου, ενώ η συμμετοχή του Ησιόδου σε ποιητικό διαγωνισμό προϋποθέτει μία σημαντική ποιητική δραστηριότητα.

Στο επικό ποίημα, η δράση αναπτύσσεται σ’ ένα μακρινό παρελθόν, σε μια ηρωική εποχή. Το παρελθόν αυτό παρουσιάζεται ως ιδανικό, πιο μεγαλόπρεπο κι ανώτερο από το παρόν. Ταυτόχρονα η επική ποίηση εκφράζει τις αντιλήψεις ολόκληρης της κοινωνίας εκείνης της εποχής κι όχι μόνο του ποιητή. Πρέπει να τονίσουμε πως είναι δημιούργημα συλλογικό (αρχικά) κι όχι σύνθεση ενός μόνο επώνυμου ποιητή. Ο Θεός εμπνέει και καθοδηγεί τον αοιδό στη σύνθεση του έπους. Έτσι ο επικός ποιητής δε νιώθει την ανάγκη να μας γνωρίσει το δικό του όνομα.

Από την άλλη η λυρική ποίηση είναι μία από τις τρεις μεγάλες κατηγορίες του αρχαίου ελληνικού ποιητικού λόγου. Ως είδος φαίνεται ότι προϋπήρξε του έπους, αλλά, όταν μιλάμε για λυρική ποίηση στην αρχαία ελληνική γραμματεία, εννοούμε συνήθως το μελοποιημένο ποιητικό λόγο που αναπτύχθηκε μεταξύ του 7ου και του 5ου αιώνα π.Χ. Η ποίηση αυτή προέκυψε από τις βαθιές κοινωνικές μεταβολές και, σε αντίθεση με το έπος που εξέφραζε την πολεμική αριστοκρατία της εποχής των ανακτόρων και των βασιλέων, συνδέθηκε με την ανάπτυξη της τυραννίδας, την ανακατανομή του πλούτου, τη συμμετοχή μεγαλύτερων μερίδων του πληθυσμού στην άσκηση της εξουσίας και την ανάπτυξη νέων ισχυρών ομάδων: των γαιοκτημόνων, των εμπόρων και των τεχνιτών.

Οι αλλαγές αυτές αντανακλώνται και στην ποίηση της εποχής. Η υμνολογία των βασιλιάδων που υπάρχει στα έπη, περνάει σταδιακά στην περιοχή του μύθου και με την εμφάνιση νέων κέντρων εξουσίας πλάθονται καινούργιες παραδόσεις. Προβάλλεται η ιδιαιτερότητα του ατόμου και γεγονότα καθημερινά όπως οι χαρές, οι λύπες και οι έγνοιες των κοινών ανθρώπων, οι οποίες μετατρέπονται σε αξιοπαρατήρητα φαινόμενα. Οι ηθικές αξίες όπως η δικαιοσύνη, η ισονομία και η σύνεση γίνονται αντικείμενο ποιητικής διαπραγμάτευσης και χρησιμοποιούνται ως επιχειρηματολογία πολιτικής προπαγάνδας. Μελωδίες και ρυθμοί περισσότερο σύνθετοι επενδύουν την ποίηση, και παράλληλα πληθαίνουν οι επώνυμοι δημιουργοί της.

Οι προσπάθειες για την ταξινόμηση της λυρικής ποίησης ξεκινούν από την εποχή του Πλάτωνα και τα συνηθέστερα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν είναι ο αριθμός των εκτελεστών, το είδος της μουσικής συνοδείας, το ποιητικό μέτρο και η θεματολογία. Η ελεγεία, ο ίαμβος και το μέλος διακρίνονται μεταξύ τους ως προς το μέτρο, αλλά και ως προς το περιεχόμενο και το ύφος. Με κριτήριο τον αριθμό των εκτελεστών έχουμε τη διάκριση της λυρικής ποίησης σε μονωδία και σε χορικό άσμα.

Από τον 8ο ως τον 6ο αιώνα π.X. οι κοινωνικές μεταβολές οδηγούν σε μία σταδιακή αποδυνάμωση του οίκου και της φρατρίας προς όφελος της Πόλης. Παράλληλα, ο πολίτης αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως άτομο με προσωπικές ευθύνες και δικαιώματα παρά ως μέλος μίας ευρύτερης ομάδας. Η προσωπικότητα ξεχωρίζει και οι ικανότητες μπορούν να εκτιμηθούν περισσότερο από άλλους παράγοντες, όπως η καταγωγή και η περιουσία (αν και αυτό παραμένει η εξαίρεση και όχι ο κανόνας). Οι προϋποθέσεις αυτές επιτρέπουν την αφύπνιση της ατομικής συνείδησης. Μεγαλύτερα και σπουδαιότερα βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση έγιναν κατά την Κλασική περίοδο, τις ρίζες τους ωστόσο τις ανακαλύπτουμε ξεκάθαρα ήδη από την Αρχαϊκή. Πρόκειται για τον προσδιορισμό της θέσης του ατόμου μέσα στην Πόλη. Η παρουσία και επιβολή ξεχωριστών "τύπων" ανθρώπων που παρεκκλίνουν από τον κανόνα επιτρέπει την απόδοση μίας ιερότητας στη μοναδικότητα του ατόμου. Η συσχέτιση του ατόμου με ομάδες της επιλογής του ενδυναμώνουν το αίσθημα ελευθερίας και ευθύνης. 

Στο πεδίο μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου βίου βρήκαν έδαφος να αναπτυχθούν μία σειρά από πρακτικές που σχετίζονται με την εκπαίδευση, τον έρωτα, τις κοινωνικές συναναστροφές και τα ταφικά έθιμα. Οι πρακτικές αυτές εκφράζουν την επιθυμία του ατόμου να σημαδέψει το χρόνο διαμέσου της εξουσίας που η προσωπικότητα αποκτά τη συλλογική μνήμη. 

Στην περίοδο αυτή η προσωπικότητα απεγκλωβίζεται από τις συμβάσεις του μύθου και για πρώτη φορά εμφανίζεται επώνυμη, ως παράγοντας διαμόρφωσης του ιστορικού γίγνεσθαι. Η ταχεία εξάπλωση της χρήσης της γραφής επέτρεψε να φτάσουν ως εμάς δείγματα μίας τάσης εξατομίκευσης της δημιουργίας, που οπωσδήποτε δεν ήταν τα μοναδικά. Στο χώρο των τεχνών οι επώνυμοι καλλιτέχνες διατρανώνουν την πίστη τους στην ατομικότητα υπογράφοντας τα έργα τους. Στη λογοτεχνία της εποχής, οι ποιητές ως προσωπικότητες "ενδύονται το πρώτο πρόσωπο" και δε διστάζουν να προβάλλουν το "εγώ", καινοτομώντας έτσι με αυτό τον τρόπο σε σχέση με την ομηρική παράδοση. 

  Η ατομικότητα του ανθρώπου της κλασσικής περιόδου ανάγει την καταγωγή της στις πρώιμες μορφές ατομικότητας που στην Ελλάδα αναπτύχθηκαν από τα "ηρωικά" ως τα αρχαϊκά χρόνια. Στο πλαίσιο της παραδοσιακής κοινωνίας οι πρώτες εκδηλώσεις ατομικότητας εκφράζονταν ως αντιπαραθέσεις προς αυτήν. Το "διαφορετικό" αυτό άτομο, αντιβαίνοντας τα ειωθότα της εποχής και της ομάδας, οδηγούνταν σε μια μορφή απομόνωσης, αλλά ταυτόχρονα περιβάλλεται από το σεβασμό και το δέος που ενέπνεαν η διαφορετικότητα, η ισχύς ή η γνώση του. 

Στην αρχαϊκή Ελλάδα συναντιούνται δύο κυρίως τύποι εξωκόσμιου ατόμου τα οποία φανερώνονται στα έπη: ο ήρωας πολεμιστής και ο εμπνευσμένος μάντης ή μάγος. Το πρότυπο του πρώτου αποτέλεσε η μορφή του Αχιλλέα. Η υπερφυσική δύναμη, η αποφασιστικότητα και καμιά φορά το αλόγιστο θάρρος χρησιμεύουν στην κοινότητα, έστω κι αν εμφανίζονται χωρίς πρόθεση να την υπηρετήσουν. Στην Αθήνα το μοντέλο αυτό ενσαρκωνόταν, περισσότερο και από το Θησέα, στο πρόσωπο του βασιλιά Κόδρου. Τέτοια πρότυπα ήταν σε ισχύ και στους ιστορικούς χρόνους, όπως αποδεικνύει η περίπτωση του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, του Κυνεγείρου στο Μαραθώνα και των Ιερολοχιτών στη Θήβα. Με το θάνατό τους μετουσίωσαν σε εξοχότητα, σε τόλμη και  διαφορετικότητα και επέστρεφαν στην αρχαϊκή κοινωνία ως ηρωικά παραδείγματα έπους, για να ιδιοποιηθεί το παράδειγμά τους, προβάλλοντάς το και τιμώντας το μέσα από την ανάπτυξη συγκεκριμένων θεσμών. 

Το άλλο πρότυπο υπήρξε ο απόκοσμος σοφός, ο οραματιστής και γνώστης των παρελθόντων και μελλούμενων, ο άνθρωπος που συνομιλεί με τη φύση και τους θεούς. Ο Τειρεσίας υπήρξε αναμφισβήτητα το ενδοξότερο παράδειγμα. Ο ασυνήθιστος τρόπος ζωής, η συνεχής άσκηση και η υπέρβαση της θνησιμότητας κάνουν αυτά τα άτομα ιερά. Από την άλλη όμως η ιδιαιτερότητά τους και η απόστασή τους από την κοινωνική ομάδα, τους επιτρέπουν να παίξουν ρυθμιστικό ρόλο σε περιπτώσεις κρίσης. Μορφές όπως του Επιμενίδη, του Ερμότιμου και του Θάλητα προετοιμάζουν το έδαφος για την εμφάνιση του Σόλωνα, του Πιττακού ή του Εμπεδοκλή. Όταν η κοινωνία βρίσκεται σε αδιέξοδο πάντα αναζητά τα "διαφορετικά" και "ξεχωριστά" άτομα για να διευθετήσουν τις κρίσεις, να μεταβάλλουν τους θεσμούς, να κατευνάσουν τις ταραχές και να εξαγνίσουν την κοινότητα. Ο τύπος αυτός του "ιερού σοφού" θα αντικατασταθεί στην Κλασική περίοδο από τον "εγκόσμιο σοφό", του οποίου χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί ο Σωκράτης. 

Το έπος εξέφρασε την πολεμική αριστοκρατία της εποχής των ανακτόρων και των βασιλέων, έχοντας ως αντικείμενο την παρακολούθηση των θεών, δίχως το άτομο να μπορεί να πάρει την πρωτοβουλία αν προηγουμένως, δεν έχει επικαλεστεί την βοήθεια του προστάτη θεού. Αντιθέτως του έπους, η λυρική ποίηση παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα του ατόμου στα καθημερινά γεγονότα όπως χαρές, λύπες και έγνοιες κοινών ανθρώπων. Θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό τις ηθικές αξίες όπως η δικαιοσύνη, η ισονομία και η σύνεση όπου συνάμα γίνονται αντικείμενο ποιητικής διαπραγμάτευσης και εν συνεχεία χρησιμοποιούνται ως επιχειρηματολογία πολιτικής προπαγάνδας κυρίως την κλασσική περίοδο. 

Τα ομηρικά έπη περιγράφουν μια εποχή και μια κοινωνία στην οποία δεν υπήρχε ο θεσμός της Πόλης - Κράτους. Μελετώντας προσεκτικά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, θα δούμε πως πουθενά οι Αχαιοί, οι Δαναοί, οι Αργείοι, δηλαδή οι λαοί που αναφέρονται και περιγράφονται στα δυο έπη, τα έθιμα τους και οι βιοτικές συνθήκες τους, δεν είναι οργανωμένες σε Κράτος. Ούτε στρατός μόνιμος υπάρχει, ούτε εκτελεστική ή νομοθετική εξουσία, ούτε ατομική ιδιοκτησία, ούτε θεσμοί γενικώς που να δείχνουν πως οι λαοί αυτοί πέρασαν σε ανώτερο στάδιο εξέλιξης. Η κοινωνία ήταν οργανωμένη με βάση το Γένος. Υπήρχαν δηλαδή ομάδες - ομάδες που είχαν αρχηγούς που τους έλεγαν βασιλείς, γέροντας, άνακτας και που κατοικούσαν σε ορισμένες περιφέρειες, περιτειχισμένες γύρω, γύρω με κάστρα εξ αιτίας των ληστρικών επιδρομών. Οι άνακτες, βασιλείς, γέροντες ήταν οι αρχηγοί. Η θέλησή των δεν ήταν απόλυτη. Σε καιρό πολέμου και επιδρομών είχαν μεγαλύτερη δικαιοδοσία, σε καιρό ειρήνης όμως τα δικαιώματα τους ήταν περιορισμένα. Όταν πρόκειται να πάρουν σοβαρές αποφάσεις καλούν το λαό και στις λαοσυνάξεις αυτές παίρνονται από κοινού οι αποφάσεις. Ακόμα και η δουλεία δεν έχει τη μορφή πού πήρε στην Ελλάδα από τον Η' αιώνα και μετά. Οι δούλοι δεν είναι σκλάβοι με την πραγματική σημασία της λέξης. Είναι παραγιοί και ψυχογιοί του αρχηγού της οικογενείας. Το ίδιο και οι σκλάβες, είναι ψυχοκόρες και παραδουλεύτρες, γιατί δεν έχουν ακόμα ωριμάσει οι αντικειμενικοί όροι, ώστε από την εργασία τους να βγαίνει χρήσιμη υπεραξία. Η εργασία γίνεται από κοινού από όλα τα μέλη του γένους. Ακόμα και οι βασιλείς και οι άνακτες δουλεύουν. Σε όλα τα παραπάνω υπάρχει η παρουσία του προστάτη Θεού που οδηγεί και καθοδηγεί το άτομο. Μιλώντας πρακτικά να κάποια δείγματα αναφοράς από την Οδύσσεια και την Ιλιάδα του Ομήρου.

Ο Οδυσσεύς φτιάχνει μόνος του το κρεβάτι του. Ο Τηλέμαχος καταπιάνεται με δουλειές του χεριού. Η Ναυσικά πλένει τα ρούχα της μαζί με τις δούλες στο ποτάμι. Το ίδιο γίνεται και στα αμπέλια και στα χωράφια. Κι εκεί πηγαίνουν όλοι μαζί και δουλεύουν. Δεν υπάρχουν αφέντες και εργάτες. Η δικαιοσύνη δεν απονέμονταν από ξεχωριστή εξουσία, δεν υπήρχαν δηλαδή δικαστές, μα ίσχυε ο θεσμός της αντεκδίκησης. Όλοι αυτοί οι πρωτόγονοι θεσμοί δείχνουν πώς δεν υπήρχε ούτε ίχνος κρατικής εξουσίας στην κοινωνία των Αχαιών, Δαναών και Αργείων πού περιγράφεται στην Οδύσσεια και Ιλιάδα. Ο Θεός ή η Θεϊκή παρέμβαση είναι αυτή που θ’ απονείμει δικαιοσύνη, θα υποδείξει και θα καθοδηγήσει την κοινωνία και θα καθορίσει την μοίρα του ανθρώπου.  Μόνον όταν έγινε η κοινωνική διαφοροποίηση εξ αίτιας της επικράτησης του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας υπάρχουν θήτες, άστεγοι, ακτήμονες κλπ. και τότε η εργασία παύει να είναι έργο όλων των μελών της κοινωνίας, καθιερώνεται ειδική εξουσία απονομής της δικαιοσύνης και εμφανίζεται η κρατική εξουσία σαν διαιτητής στις ατομικές και κοινωνικές διαφορές.  

Στην Ιλιάδα και Οδύσσεια δεν περιγράφεται μια διαφοροποιημένη κοινωνία, παρά μια κοινωνία πού έχει για βασική “κοινοτική” μονάδα το Γένος. Σε πολλές περιπτώσεις φυσικά γίνεται λόγος για θεσμούς, που δείχνουν πώς το Γένος διασπάσθηκε, πως υπάρχει η κληρονομική διαδοχή, πώς υπάρχει για ορισμένα είδη ατομική ιδιοκτησία, πως μερικοί Αρχηγοί έχουν εξαιρετική δικαιοδοσία. Μα όλοι αυτοί οι θεσμοί δεν θέλει ερώτημα πως είναι νεώτεροι και οι σχετικοί στίχοι είναι προσθήκες των ραψωδών. Το παλαιότερο κείμενο αγνοούσε όλους αυτούς τους θεσμούς. Γι' αυτό και ο Οδυσσεύς όταν ξαναγυρίζει στο νησί του δεν έχει κανένα δικαίωμα και δεν μπορεί να εξουσιάσει τη γυναίκα του. Το βίος του το έτρωγαν οι Μνηστήρες της Πηνελόπης. Ο γιος του ο Τηλέμαχος αν και βασιλόπουλο δεν είχε κανένα κύρος και αναγκάσθηκε ο πολυμήχανος πατέρας του με τρόπο πονηρό υποβοηθούμενο από θεϊκή παρέμβαση, να ξεπαστρέψει τους Μνηστήρες, αφού ούτε ίχνος κρατικής εξουσίας υπήρχε στο “βασίλειο” του. 

Όταν λοιπόν διαβάζουμε τα ομηρικά έπη δεν πρέπει να ξεχνούμε πώς περιγράφουν μια πολύ παλιά εποχή, πως οι θεσμοί της δεν έχουν καμία σχέση με τους υστερώτερους θεσμούς της εποχής που εμφανίζεται ο θεσμός της Πόλης-Κράτους της κλασσικής περιόδου.

Συζητώντας  για την λυρική ποίηση στην αρχαία ελληνική γραμματεία, εννοούμε συνήθως το μελοποιημένο ποιητικό λόγο που αναπτύχθηκε μεταξύ του 7ου και του 5ου αιώνα π.Χ. Η ποίηση αυτή προέκυψε από τις βαθιές κοινωνικές μεταβολές και σε αντίθεση με το έπος, η λυρική ποίηση προβάλει, το υπερφυσικό και το μεταφυσικό, τις ηθικές αξίες όπως τη δικαιοσύνη, την ισονομία, τη σύνεση και μελετά τον εσωτερικό κόσμο, την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του ατόμου και επικοινωνεί με προσωπικά βιώματα των ποιητών. Ο Σιμωνίδης για παράδειγμα είδε τον θάνατο και την συμφορά με πολύ απλό τρόπο. Γνώριζε ότι μπορούσαν να συμβούν κάθε στιγμή και πίστευε ότι πρέπει κανείς να είναι προετοιμασμένος. Αυτήν την αίσθηση της αβεβαιότητας εκφράζουν οι παρακάτω στίχοι του με θαυμάσιο τρόπο:

Είσαι άνθρωπος και γι’ αυτό ποτέ μην πεις 
τι πρόκειται να συμβεί αύριο, 
μήτε να προβλέψεις, σαν να δεις κανέναν να ευτυχεί, 
πόσον καιρό θα κρατήσει αυτό. 
Γιατί ούτε το φτερούγισμα της μακρόφτερης μύγας
 δεν είναι τόσο γοργό όσο η αλλαγή της μοίρας.

Το θέμα είναι παλιό, αλλά η εικόνα της μοίρας του ανθρώπου είναι θαυμαστή ως σύλληψη και αποδίδει ακριβώς εκείνη τη μοιραία αίσθηση ανασφάλειας της ανθρώπινης ζωής. Σε ένα άλλο ποίημα, της Σαπφούς, συναντάμε την επίκληση της θεϊκής βοήθειας, όχι όμως με τον τρόπο αυτό που είχε ορίσει ο Όμηρος: 
Αθάνατη Αφροδίτη, πάνω στον πολυξόμπλιαστο θρόνο σου, 
θυγατέρα του Δια, υφάντρα δόλων, σε ικετεύω, 
μη δοκιμάσεις την καρδιά, δέσποινα με πόνους και με λύπες…
 τι επιτέλους ποθεί η τρελή μου καρδιά: 
“ποια πρέπει να πείσω αυτή τη φορά να έρθει να σ’ αγαπήσει; 
Ποια σε βασανίζει Σαπφώ;

Εδώ η εμφάνιση της Αφροδίτης κρύβει ένα γνήσιο βίωμα, τον έρωτα. Η θέα καλείται να προστατέψει την εσωτερική ανάγκη και όχι να αποτρέψει ή να επέμβει όπως κάνει ο θεός του Ομήρου. Επίσης η επίκλησης της Σαπφούς μοιάζει με προσευχή και όχι με παράκληση προς την εύρεση λύσης σε κάποιο αδιέξοδο.  

Η ποίηση είναι η πρώτη μορφή της τέχνης, με την οποία μίλησε ο άνθρωπος. Ύστερα ακολούθησε ο πεζός λόγος. Τη διακρίνουμε στην επική, τη λυρική και αργότερα τη δραματική ποίηση. Η επική ποίηση περιλαμβάνει τα μεγαλόπνοα ποιήματα, που διηγούνται ηρωικές πράξεις. Το λυρικό ποίημα – ονομάστηκε έτσι επειδή το τραγουδούσαν συνοδεύοντάς το με λύρα – είναι μικρό, αναφέρεται στους πόνους και στις χαρές της ψυχής και εκφράζει την εσωτερική διάθεση του δημιουργού. 

Η τέχνη της ποίησης μας κάνει να ξεπερνούμε τον εαυτό μας και να ανεβάζει ψηλά την ψυχή του ανθρώπου. Η ποίηση είναι ένα είδος μαγείας, κι ο ποιητής με το χέρι του, μας βάζει σε κόσμους, που καμιά φορά ούτε καν φανταζόμαστε ότι υπάρχουν.

Ο έντεχνος ποιητικός λόγος - όπως και όλες οι Καλές Τέχνες - με το να απευθύνεται στις νοητικές και στις συναισθηματικές μας ικανότητες, αμφιταλαντεύονταν πάντα ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι το περιεχόμενο, η απαίτηση της λογικής μας είναι να βγάλει κάποιο συμπέρασμα, ενώ η έκφραση αφορά το περιτύλιγμα, ο τρόπος που τα λέει, και απευθύνεται στην αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι ωραίο. Η συνύπαρξη των στοιχείων αυτών είναι εντελώς απαραίτητη και η αναλογία τους, που διαρκώς αλλάζει ανάλογα με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, ήταν και είναι η αιτία της δημιουργίας των διαφόρων σχολών που δημιουργήθηκαν στη χώρα μας και στη Δυτική Ευρώπη τα νεότερα χρόνια όπως: του ρομαντισμού, του ρεαλισμού, του νατουραλισμού, του συμβολισμού, του φουτουρισμού, του υπερρεαλισμού και άλλων.

-- ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Battistini Y., Σαπφώ. Η δέκατη Μούσα. Η ζωή και το έργο της. Ωδές, ποιήματα και άλλα αποσπάσματα, μτφρ.: Σ. Βλοντάκης, Παπαδήμας, Αθήνα, 1996
Bowra S. M., Αρχαία ελληνική λυρική ποίηση, 2 τόμοι, μτφρ. Ι. Καζάζης, Μορφωτικό 'Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1989
Bowra C., Ηρωική ποίηση, μτφρ. Κ. Τσαντσάνογλου, Μορφωτικό 'Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα
Γεωργαλάς Γ., 'Ερευνες γύρω από τον 'Ομηρο, Πελασγός, Αθήνα, 2000
Codino F., Εισαγωγή στον 'Ομηρο, μτφρ. Γ. Βανδώρος, Παπαδήμας, Αθήνα, 1981
Δελής Τ. Ι., Η Ιλιάδα του Ομήρου. Ερμηνευτικό σχεδίασμα, Τόμος Ι: Α-Μ, Τόμος ΙΙ: Ν-Ω, Gutenberg, Αθήνα, 1979
Δικταίος Α., Ο 'Ομηρος, το επίγραμμα, η επιγραφή, η γραφή, Αθήνα, 1973
Δούκας Κ., Αρχαίες μαρτυρίες για τον 'Ομηρο και τη γλώσσα, Ελεύθερη Σκέψις, Αθήνα
Delebeque F., Ο Τηλέμαχος και η δομή της Οδύσσειας, μτφρ.: Ξ. Καλογεροπούλου, Αθήνα, 1949
Κακριδής Ι.Θ., Ο μύθος στην αρχαϊκή λυρική ποίηση των Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 1960
Κακριδής Ι.Θ., 'Ελα Αφροδίτη ανθοστεφανωμένη, Εστία, Αθήνα 1983
Giebel M., Σαπφώ, μτφρ. Φ. Πρεβεδούρου, Πλέθρον, Αθήνα, 1994

© 2016 Emmanuel G. Mavros




You may also like

No comments:

Note: Only a member of this blog may post a comment.