"Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ" Μονοπρακτο Θεατρικο

0 Comments

Leila Namin: The Last Pray 2012
Mixed Media on Wood Panel24''.18''

“Η Τελευταία Προσευχή”

Γραμμένο από τον 
Εμμανουήλ Γ. Μαύρο

Μονόπρακτο Θεατρικό

© ΑΘΗΝΑ 2016

ΠΡΟΣΩΠΑ:

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ: Πρώην μέλος ομάδας.
ΜΑΡΚΟΣ: Το αφεντικό της ομάδας.
ΑΝΝΑ: Η Πόρνη
ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ: Ένας περίεργος παπάς.
ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΣ: Ο Μάρκος
ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΣ: Ο Ιωάννης
ΓΥΝΑΙΚΑ: Το θύμα.
ΖΗΤΙΑΝΟΣ: Ο πιο αθώος. 
ΔΥΟ ΑΝΤΡΕΣ: Προστάτες του αφεντικού 


ΣΚΗΝΗ - Ι

Αρκετές σειρές από ξύλινα στασίδια καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της σκηνής στο οποίο απεικονίζεται μια παλιά εκκλησία σε μισή πρόσοψη. Ένας ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ανάβει τα κεριά. Ο φωτισμός είναι χαμηλός.

Απέναντί του βρίσκεται μια μεγάλη εικόνα της Παναγίας.

Το υπόλοιπο της σκηνής απεικονίζει το εξωτερικό σκηνικό που είναι ένα δρομάκι που οδηγεί στην είσοδο της εκκλησίας μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο.

Ο άνεμος φέρνει διάφορα αποξεραμένα κίτρινα φύλλα μπροστά από την είσοδο της εκκλησίας.

Ένας ΑΝΤΡΑΣ, ψηλός, γεροδεμένος, ντυμένος ως hells angel πλησιάζει την είσοδο της εκκλησίας. Ανοίγει την πόρτα. Ξαφνικά ο σκοτεινός εσωτερικός χώρος της εκκλησίας φωτίζεται από τις ηλιαχτίδες του ήλιου που προέρχονται από την ανοιχτή πόρτα.  

Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ προστατεύει τα μάτια του από την ηλιακή αντανάκλαση προσπαθώντας να ρίξει μια ματιά στον ΑΝΤΡΑ που βρίσκεται στην πόρτα.

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Μπορώ να σας βοηθήσω;

Ο ΑΝΤΡΑΣ κλείνει την πόρτα πίσω του με τον φωτισμό να επανέρχεται στην εκκλησία και τον εφημέριο να βλέπει καλύτερα τον ΑΝΤΡΑ που τον πλησιάζει.

ΑΝΤΡΑΣ:
Θέλω τον παπά.

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Τον πατέρα Ιωάννη;

ΑΝΤΡΑΣ:
Ναι αυτόν… Όπως κι αν τον λένε.

Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ φεύγει προς το εσωτερικό της εκκλησίας. Ο ΑΝΤΡΑΣ προχωρά με αργά βήματα προς το εσωτερικό της εκκλησίας. Ξαφνικά γονατίζει και αρχίζει να προσεύχεται.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ ένας γλυκός, ψηλός και ήρεμος ιερέας μπαίνει στη σκηνή. Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ τον ακολουθεί.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Καλησπέρα. Πως μπορώ να βοηθήσω;

Ο ΑΝΤΡΑΣ σηκώνεται από την στάση προσευχής και αντιμετωπίζει τον ιερέα. Καθώς σηκώνεται ο ΑΝΤΡΑΣ φαίνεται να πέφτει ένα όπλο, το σηκώνει και το βάζει ανάμεσα στη ζώνη του. Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ δείχνει ψύχραιμος, ενώ ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ δείχνει τρομαγμένος.

ΑΝΤΡΑΣ:
Μπορώ να έχω λίγο από τον χρόνο σας;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Θέλεις να εξομολογηθείς?

ΑΝΤΡΑΣ:
Φέρνω ένα μήνυμα.

ΠΑΥΣΗ.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
(με ανάλαφρο χαμόγελο)
Α να ένας Μεσσίας. Πολλοί Μεσσίες κατά καιρούς έχουν φέρει διάφορα μηνύματα…

ΑΝΤΡΑΣ:
Μια παλιά γνωριμία σου με έστειλε σε σένα…

ΠΑΥΣΗ: Το χαμόγελο του ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗ αρχίζει να εξασθενεί και ο ίδιος να σοβαρεύει.

ΑΝΤΡΑΣ:
…μου είπε πως ήρθε η ώρα για να διευθετήσετε ένα παλιό χρέος.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ γυρίζει σοβαρός ως και ανήσυχος και κοιτάζει τον ΕΦΗΜΕΡΙΟ. Ο νεαρός άντρας παίρνει το μήνυμα και αποχωρεί προς το εσωτερικό της εκκλησιάς.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Έλα πλησίασε. Κάτσε εδώ…

Ο ΑΝΤΡΑΣ τον ακολουθεί και κάθονται σε ένα από τα στασίδια.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Αρχικά θέλω να χαλαρώσεις γιατί σε βλέπω ανήσυχο και πιεσμένο.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ μπαίνει στο Ιερό και βγαίνει με ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και δυο ποτήρια.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Θα πιεις;

ΑΝΤΡΑΣ:
Όχι ευχαριστώ.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ γεμίζει ένα από τα ποτήρια και πίνει μονορούφι το κρασί.

ΑΝΤΡΑΣ:
Ο γέρος θέλει να σας δει.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
     (διστάζοντας)
Γιατί θέλει να με δει;

Πίνει ακόμα ένα ποτήρι κρασί.   

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Να του πεις πως έχω ακόμα έξι μήνες.

ΑΝΤΡΑΣ:
Μου το είπε πως αυτό θα λέγατε.
Επίσης μου είπε πως δεν θέλει το όμορφο κεφάλι σου να το γεμίσει με τρύπες. Άξιζε αυτό δέκα χρόνια...

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ τον κοιτάζει επίμονα…

Τα φώτα σβήνουν.

Φωτίζεται ένα ουδέτερο σημείο της σκηνής. Ένας ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΣ άντρας ξυλοκοπεί μέσα στα αίματα μια νεαρή ΓΥΝΑΙΚΑ, η οποία προσπαθεί μάταια να τον αποφύγει.

ΣΚΟΤΑΔΙ: Πίσω στον αρχικό φωτισμό.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ δείχνει οργισμένος.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Τι γνωρίζεις γιαυτό!;

ΑΝΤΡΑΣ:
Τίποτα.–- Όπως είπα, εγώ είμαι απλά ο αγγελιοφόρος.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Εκτός από το μήνυμα που έφερες, ήρθες για να με απειλήσεις;

ΑΝΤΡΑΣ:
Όχι.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Τότε τι το θες το όπλο;

ΑΝΤΡΑΣ:
Για να παίξω. Σε περίπτωση που θελήσεις εσύ να κάνεις κάποια λάθος κίνηση. (βγάζει από την τσέπη του ένα φάκελο) Αυτό είναι για σένα. Να το μελετήσεις καλά!

Ο φάκελος είναι σφραγισμένος με βουλοκέρι.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ το βλέπει αλλά δεν το παίρνει. Ο ΆΝΤΡΑΣ το ακουμπά στο στασίδι. Σηκώνεται να φύγει δείχνοντας πως η αποστολή του ολοκληρώθηκε.

ΑΝΤΡΑΣ:
Την επόμενη φορά, ίσως να εξομολογηθώ. Όλοι μας έχουμε κάνει κάτι κακό σε αυτή την ζωή που δεν θέλουμε στην άλλη να μας τυραννά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ φεύγει αφήνοντας τον ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗ μόνο με τον φάκελο. Εκείνος το κοιτάζει πίνοντας ακόμα ένα ποτήρι κρασί. Μπαίνει ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ. 

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Όλα καλά πάτερ; (Παύση) Τι ήθελε αυτός ο άντρας;

ΠΑΥΣΗ: Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ παραμένει σιωπηλός.

Τα φώτα σβήνουν.

Φωτίζεται ένα ουδέτερο σημείο της σκηνής. Ο ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΣ άντρας προσπαθεί να κλείσει με βία το στόμα της νεαρής ΓΥΝΑΙΚΑΣ, η οποία ματώνει από παντού. Συνεχίζει να την χτυπά. Ένα άλλος άντρας με κουκούλα μπαίνει μέσα στη σκηνή κρατώντας δυο τσάντες. Βγάζει από μέσα πάκους από χαρτιά και τα καταστρέφει.

ΣΚΟΤΑΔΙ: Πίσω στον αρχικό φωτισμό.

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Πάτερ;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Κανείς δεν είναι ελεύθερος από την αμαρτία γιε μου…
      (παύση)
Όλοι μας όμως στο τέλος κάτι της χρωστάμε!

ΠΑΥΣΗ:

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Πήγαινε… Άσε με λίγο μόνο μου.

Πίνει ακόμα ένα ποτήρι κρασί. Σηκώνεται και με βιαστικά βήματα μπαίνει στο ιερό , ακούγονται θόρυβοι. Βγαίνει στη σκηνή κρατώντας ένα σεντούκι. Με ένα κλειδί που φορά ως κολιέ στο λαιμό το ανοίγει και βγάζει από μέσα ένα όπλο και ένα μάτσο χρήματα. Τα παίρνει και ξαναμπαίνει στο ιερό. Ακούγονται διάφοροι θόρυβοι μέσα από το ιερό.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ εμφανίζεται στη σκηνή ντυμένος ως hells angel. Τακτοποιεί το όπλο και τα χρήματα. Σβήνει κάποια καντήλια, αποφασισμένος κινείται προς την έξοδο. Κοντοστέκεται και υποκλίνεται στην εικόνα της Παναγίας. Ακολουθεί ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ ο οποίος με την ενδυματολογική εμφάνιση του ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗ ξαφνιάζεται.   

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ δεν του δίνει σημασία και κινείται προς την έξοδο ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ τον ακολουθεί.

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Πάτερ θα επιστρέψεις;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Άκουσε με μικρέ. Όταν ο ήλιος ανατείλει αύριο θα έχεις φύγει και δεν θα επιστρέψεις ποτέ πια εδώ.

ΠΑΥΣΗ: Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ τον κοιτάζει με απορία.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Ο Θεός δεν μένει πια εδώ. Επέστρεψε στην οικογένειά σου. Στην πραγματική ζωή σου. Δεν ανήκεις εδώ – Αυτοί που σε θέλουν εδώ, επιθυμούν για ένα τέλος που δεν υπάρχει. 

Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ τον κοιτάζει δακρυσμένος.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Υποσχέσου πως θα φύγεις. Ορκίσου τώρα εδώ μπροστά μου.

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Θα το κάνω πάτερ, θα το κάνω.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ φτάνει στην πόρτα. Πριν φύγει γυρνά στον ΕΦΗΜΕΡΙΟ.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Και ποτέ… Ποτέ μην ομολογήσεις τις αμαρτίες σου σε κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό σου. Ποτέ ξανά! Αρκεί μια προσευχή!

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ φεύγει με τον ΕΦΗΜΕΡΙΟ να παρακολουθεί την ανοιχτή πόρτα δακρυσμένος.

Τα φώτα σβήνουν.

ΑΛΛΗΑΓΗ ΣΚΗΝΙΚΟΥ:

ΣΚΗΝΗ - ΙΙ

Στο δεύτερο επίπεδο το σκηνικό απεικονίζει ένα saloon bar. Από  αριστερά στο βάθος είναι το μπαρ, στη μέση ένα μπιλιάρδο και δεξιά και αριστερά δυο, τρία τραπεζάκια με καρέκλες. Τέρμα αριστερά της σκηνής και λίγο πιο μπροστά είναι η είσοδος του saloon bar. Το δεύτερο επίπεδο δεν φωτίζεται, μόνο το πρώτο επίπεδο που απεικονίζει ένα δρόμο. 

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ μπαίνει στη σκηνή ενώ από πίσω του ακολουθεί ένας ΖΗΤΙΑΝΟΣ φωνάζοντας.

ΖΗΤΙΑΝΟΣ:
Αγόρι… Ε τρελό αγόρι…

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Τι θες.

ΖΗΤΙΑΝΟΣ:
Ένα σιγαρέτο αγόρι… Δώσε ένα σιγαρέτο αγόρι…

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Δεν καπνίζω.

ΖΗΤΙΑΝΟΣ:
Ωραίο αστείο. Ένας τέτοιος διάολος και δεν καπνίζει; Έλα αγόρι δώσε κανα ψηλό για ένα σιγαρέτο…

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Ξεφορτώσουμε λέω…

ΖΗΤΙΑΝΟΣ:
Δεν πιάνει φιλίες το αγόρι; Αλήθεια τρελό αγόρι τι σε κάνει να έρθεις κατά δω;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Η μοίρα.

ΖΗΤΙΑΝΟΣ:
Να σου την πω;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Πια;

ΖΗΤΙΑΝΟΣ:
Την μοίρα σου. Μια μοίρα ένα ευρώ! Τρείς τρία ευρώ και μια τέταρτη μοίρα δώρο.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Σταμάτα το δούλεμα και ξεφορτώσουμε.

ΖΗΤΙΑΝΟΣ:
Δεν μοιάζεις και πολύ με αυτούς?

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Όχι δεν μοιάζω. Τράβα λέμε και μην με ενοχλείς.

ΖΗΤΙΑΝΟΣ:
Και τι ήσουν παπάς; (γελάει)

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Βγάλε το σκασμό και ξεφορτώσουμε. Δεν είμαι παπάς και δεν έχω και χρόνο για τον Θεό.

ΖΗΤΙΑΝΟΣ:
Ο αγόρι μεγάλη κουβέντα είπες, κέρνα σιγαρέτο και ποτό να τα πούμε…
ΕΛΕΗΣΟΝ με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου·  ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός. 6 σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε. ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ τον διακόπτει και σε νευρικό τόνο συνεχίζει τον ψαλμό.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
…ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι. ραντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Πως την βλέπεις την δουλειά θα μου φας όλη την μέρα ψάλλοντας;

ΖΗΤΙΑΝΟΣ:
Αγόρι διαβασμένος είσαι, ούτε παπάς να ήσουν (γελάει - παύση).
Ο Θεός εργάζεται έχοντας δικούς του μυστήριους τρόπους, φίλε μου.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ κοντοστέκεται έξω από την είσοδο του saloon bar, έτοιμος για να μπει μέσα.

ΖΗΤΙΑΝΟΣ:
Ο! Αγόρι κακό μέρος αυτό… Μην μπαίνεις μέσα.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Κερνάω ποτό και σιγαρέτο.

ΖΗΤΙΑΝΟΣ:
Όχι, όχι αγόρι τρελό προτιμώ τις άδειές τσέπες και άκαπνός παρά μια φυτεμένη σφαίρα στο κεφάλι. Adios αγόρι ο θεός να σε προστατεύει…

Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ φεύγει φοβισμένος. Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ μπαίνει μέσα στο saloon bar – Αλλαγή Φωτισμού.

Σε ένα τραπέζι κάθεται ένας άντρας ο ΜΑΡΚΟΣ γεροδεμένος περίπου στα 50, με μακρύ άσπρο μούσι ντυμένος hell angel. Δυο ΑΝΤΡΕΣ παίζουν  μπιλιάρδο, ο ένας από αυτούς είναι που του έφερε το μήνυμα στην εκκλησία, ενώ μια γυναίκα πόρνη η ΆΝΝΑ καπνίζει και πίνει το ποτό της αμέριμνη.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ μπαίνει μέσα στο χώρο, ξαφνικά σιωπή. Η ΠΟΡΝΗ τον κοιτάζει έκπληκτη ενώ οι δυο ΑΝΤΡΕΣ παρακολουθούν την κίνησή του έχοντας άγριες διαθέσεις.  

ΑΝΤΡΑΣ - Ι:
Ο θεός να σε συγχωρέσει!

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Ο θεός τους συγχωρεί όλους. Γι’ αυτό είναι θεός!

ΜΑΡΚΟΣ:
(χωρίς να τον κοιτάζει)
Ο θεός έχει πεθάνει.

ΠΑΥΣΗ:

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Dominus.

Ο ΜΑΡΚΟΣ συνεχίζει να μην το κοιτάζει.

ΜΑΡΚΟΣ:
Κανείς δεν με αποκαλεί έτσι… Ιωάννη.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ πλησιάζει προς το τραπέζι του ΜΑΡΚΟΥ.

ΜΑΡΚΟΣ:
Και γιατί να το κάνουν; Κοίταξε τον κόσμο γύρω σου. Παραμένει όπως τον άφησες… Αξιολύπητος! Αυτούς δεν καθαρίζαμε κάποτε Ιωάννη; Ή να σε λέω Γιάννη όπως τότε;
(Γυρίζει και του χαμογελά)
Θυμάσαι;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Ναι θυμάμαι.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ στέκεται όρθιος απέναντί του.

ΜΑΡΚΟΣ:
Μέχρι που σε ανακάλυψα – κι έγινα ο γαμημένος σωτήρας σου.
(Δυνατά κοιτάζοντας γύρω το χώρο)
Για όλους σας! (Παύση)
Συνεχίστε το παιχνίδι σας παιδιά, εδώ… θα τα πούμε για λίγο με τον αδερφό Ιωάννη. (παύση) Ώρες, ώρες γίνομαι πολύ γλυκούλης…

ΑΝΝΑ:
Γιάννη αγάπη μου… Επιτέλους!

Η ΑΝΝΑ τρέχει και αγκαλιάζει τον ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗ, εκείνος δεν ανταποκρίνεται παρά μόνο κοιτάζει και στέκεται απέναντι από τον ΜΑΡΚΟ.

ΜΑΡΚΟΣ
Οι γυναικείες ομορφιές ακόμα να σε ξεχάσουν Ιωάννη. Από εδώ ξεκίνησαν μεγάλες προσωπικότητες. Κάθισε πάτερ Ιωάννη…

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ κάθεται δίπλα του.

ΜΑΡΚΟΣ:
Πως είναι τα πράγματα στον μακρινό απομονωμένο βορρά; Για να είσαι εδώ έλαβες το μήνυμα μου…
Έμαθα πως είχες πολλά προνόμια ως ιερέας.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Είμαι ζωντανός.

ΜΑΡΚΟΣ:
Ναι ρε γαμώτο, όντως είσαι! (παύση)
Όμως δεν σε βλέπω και τόσο ενθουσιασμένο που είσαι εδώ. Και είναι ηλιόλουστη μέρα για Κυριακή μέσα στο χειμώνα. Θα προτιμούσες λόγο της ημέρας να λειτουργείς και να δίνεις άφεση αμαρτιών…;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Θα έπρεπε να είμαι ενθουσιασμένος; Δεν έκανες τίποτα για μένα.

ΜΑΡΚΟΣ:
Με σοκάρεις! Δεν έκανα τίποτα για σένα; Αν δεν ήμουν εγώ δεν θα ήσουν ζωντανός, αυτό το οφείλεις σε μένα. Τόσο κόντινε η μνήμη σου;

Ο ΜΑΡΚΟΣ κουνάει το κεφάλι του με αποστροφή και στη συνέχεια πίνει λίγο από το ποτό του.

ΜΑΡΚΟΣ:
Σου αγόρασα βιβλία και σε έστειλα στο σχολείο – και συ όχι μόνο διάβαζες αλλά έτρωγες το χαρτί. Πόσα πια έπρεπε να μάθεις ενώ ήσουν πιο έξυπνος από αυτά τα βιβλία;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Στο να είμαι έξυπνος δεν είναι ο λόγος που είμαι εδώ. Τελείωσες;

ΜΑΡΚΟΣ:
Ω ναι. Συγγνώμη για την υπενθύμιση στο παρελθόν. Δεν σε είδα ούτε μια στιγμή εδώ και δέκα χρόνια, έτσι για να τα πούμε πίνοντας καλό κρασί και αναπολώντας τις παλιές καλές μέρες.  

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Ακόμα δεν είναι δέκα χρόνια. Είναι εννέα και μισό, μου χρωστάς άλλους έξι μήνες.

ΜΑΡΚΟΣ:
Ώστε είναι νωρίς. Αυτό δεν σημαίνει πως έπρεπε να βιαστείς να έρθεις να με δεις.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Τέτοια αναλαμπή ειλικρίνειας δεν την περίμενα. Λοιπόν θα το τελειώσουμε;

ΜΑΡΚΟΣ:
Γιατί τόσο βιασύνη. Στην ιεροσύνη δεν σου έμαθαν να έχεις υπομονή; Κάτσε, άραξε, πιες ένα ποτό… Άννα φέρε ακόμα ένα ποτήρι.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Όχι! Προτιμώ να μην πιώ!

Ο ΜΑΡΚΟΣ αρπάζει το μπουκάλι με το ουίσκι από το τραπέζι και βάζει στο ποτήρι του από το ποτό και το σπρώχνει μπροστά του.

ΜΑΡΚΟΣ:
Ο παπάς αρνείται να πιει μαζί μου; Άννα ένα ποτήρι και σβέλτα… (παύση)
Δεν θα το διαπραγματευτώ αυτό Γιάννη. Θα πιούμε και στη συνέχεια θα μου πεις πως αυτό θα είναι το τελευταίο σου ποτήρι. Στην υγειά μας… Μάλλον στην δική μου!

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Τέλειωσα με αυτά Μάρκο!

ΜΑΡΚΟΣ:
Αλήθεια; Η μνήμη σου νομίζω πως σε προδίδει ξανά. Η εξαφάνισή σου δεν ήταν μέσα στην συμφωνία μας, θυμάσαι;

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ τον κοιτάζει με ένα βλοσυρό ύφος.

ΜΑΡΚΟΣ:
Όχι; Για να σου φρεσκάρω λίγο την μνήμη.

Τα φώτα σβήνουν.

Φωτίζεται ένα ουδέτερο σημείο της σκηνής. Ο ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΣ άντρας συνεχίζει να χτυπά την νεαρή ΓΥΝΑΙΚΑ, η οποία βρίσκεται αναίσθητη στο πάτωμα. Ο άλλος άντρας που φοράει κουκούλα συνεχίζει να καταστρέφει πάκους από χαρτιά. Ξαφνικά του πιάνει το χέρι.

ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΣ:
(Πανικοβλημένος)
Σταμάτα ρε αφεντικό δεν βλέπεις πως είναι αναίσθητη; Πάμε να την κάνουμε δεν έχει τίποτα εδώ από αυτό που ζητάμε!

Η γυναίκα βγάζει την τελευταία της ανάσα. Ο ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΣ σκύβει και προσπαθεί να βρει τους σφυγμούς της. Κοιτάζει γύρω του ανήσυχος.
    
ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΣ:
Τι κάναμε γαμώτο;!

ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΣ:
Βγάλε το σκασμό Γιάννη και πάμε να φύγουμε.

ΣΚΟΤΑΔΙ: Πίσω στον αρχικό φωτισμό.

ΜΑΡΚΟΣ:
Βλέπεις Γιάννη, εσύ ζήτησες πρώτος βοήθεια κι εγώ σε έσωσα! Έπρεπε να αφήσουμε στάχτες πίσω μας και όμως με εκλιπαρούσες να φύγουμε. Διέπραξες αμαρτία και ζήτησες να σε ξεμπλέξω από αυτή.

Τα φώτα σβήνουν.

Φωτίζεται ένα ουδέτερο σημείο της σκηνής. Ο ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΣ μπροστά από μια εικόνα τις Παναγίας γονατιστός προσεύχεται.

ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΣ:
Θεέ μου τι κάναμε… Τι έκανα! Βοήθησέ με, σώσε με… Τι μας έφταιξε αυτή η γυναίκα…

ΣΚΟΤΑΔΙ: Πίσω στον αρχικό φωτισμό.

ΜΑΡΚΟΣ:
(Διακωμωδώντας)
O Θεέ μου… Ο θεέ μου…
(ήρεμα)
Εκλιπαρούσες! Κι εγώ ως καλός θεός σε άκουσα και σε ξέμπλεξα…

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Τι μας έφταιξε αυτή η γυναίκα…

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ πίνει μονορούφι το ποτήρι με το ουίσκι.

ΜΑΡΚΟΣ:
Τίποτα. Έτσι όμως είναι οι δουλειές. Και η δική μας είναι ξεχωριστή έχει να κάνει με το βιβλίο των ψυχών. Δεν συμφωνείς Γιάννη;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Παράτα μας

Ο ΜΑΡΚΟΣ γελάει….

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Πως μπορείς να είσαι τόσο σαδιστής. Σε ικανοποιεί να βλέπεις τον πόνο του άλλου και τον θάνατό του;

ΜΑΡΚΟΣ:
Αρχίζεις να λάλας μικρέ μου Γιάννη και μου αρέσει. Γιατί νομίζεις πως αυτή η γυναίκα στάθηκε άτυχη και δεν λυτρώθηκε που πέθανε; Την ελευθερώσαμε από την μίζερη ζωή της.
(φωνάζοντας)
Δεν σε έβαλα εγώ μέσα σε αυτό το σπίτι, μήτε σε πίεσα να με ακολουθήσεις.
Αχάριστοι άνθρωποι. (ηρεμεί) Νομίζεις πως η ελεύθερη βούληση αποτελεί ένα συμβολισμό της ελευθερίας. Το μόνο που έκανα ήταν να προσφέρω βοήθεια, να καθαρίσει αυτός ο τόπος από την βρωμιά. Δεν πίεσα κανέναν. Μόνος σου με ακολούθησες. Μήπως θα ήθελες να σου υπενθυμίσω μερικά επεισόδια που είχαν νεκρούς και συμμετείχες;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Όχι.

ΜΑΡΚΟΣ:
Μπράβο. Αυτό είναι το αγόρι μου!

Ο ΜΑΡΚΟΣ γεμίζει τα ποτήρια με ουίσκι.

ΜΑΡΚΟΣ:
Άντε άσπρο πάτο και καλή καρδιά…

Ο ΜΑΡΚΟΣ σηκώνει το ποτήρι και περιμένει τον ΠΑΤHΡ ΙΩAΝΝΗ να τσουγκρίσουν τα ποτήρια.

ΜΑΡΚΟΣ:
Μην με τσαντίζεις, Γιάννη.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Γιατί τι θα γίνει;

Οι δύο άνδρες κοιτάζουν διερευνητικά ο ένας τον άλλον. Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ βγάζει από την τσέπη του το φάκελο με το βουλοκέρι και το πετά πάνω στο τραπέζι.

ΜΑΡΚΟΣ:
Α, δεν τον άνοιξες; Άκου Γιάννη δεν θέλω να τσακωθώ μαζί σου. Είχαμε μια ξεχωριστή σχέση.
(πίνει μονορούφι το ποτό του)
Άνοιξε το φάκελο, κάνε αυτή την δουλειά για μένα και δεν θα σε ξαναενοχλήσω ποτέ πια.

Ο ΜΑΡΚΟΣ σπρώχνει τον φάκελο προς τον Γιάννη. Ο Γιάννης τον κοιτάζει.

ΜΑΡΚΟΣ:
Η δουλειά έμεινε στη μέση και πρέπει να γίνει. Θυμάσαι…
Υπάρχουν πολλοί στην ομάδα σαν κι εσένα, εσύ όμως χρωστάς! Αυτή την δουλειά την άφησες στην μέση. Σε άφησα δέκα χρόνια… Τώρα πρέπει να εκπληρώσεις την συμφωνία μας.
    
ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Εγώ λέω να βάλεις τους πολλούς που έχει η ομάδα σας. Εγώ τελείωσα!

ΜΑΡΚΟΣ:
Νομίζεις… Τελειώνεις μόλις τελειώσεις αυτή εδώ την δουλειά.
    
ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Αυτό δεν είναι δουλειά! Είναι δολοφονία… Ξεκινήσαμε έχοντας όνειρα, ιδανικά, ιδέες.

ΜΑΡΚΟΣ:
Οι ιδέες εξαγοράζονται όταν υπάρχει άφθονο χρήμα.

ΠΑΥΣΗ:
    
ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Σωστά, το χρήμα τα πάντα αγοράζει! Όχι όμως τις ψυχές…

ΜΑΡΚΟΣ:
Δεν θέλω να σε απογοητεύσω, αλλά μπορεί να αγοράσει και αυτές. 

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Γιατί πρέπει να πεθάνει αυτός ο άνθρωπος! Δεν έφτασε το κακό που του έκανες; Που σκότωσες την κόρη του;

ΜΑΡΚΟΣ:
Που του κάναμε θες να πεις. Μαζί ήμασταν. Όχι… Δεν έφτασε! 
Η δουλειά έμεινε στην μέση και αυτόν δεν το βρήκαμε και η δισκέτα δεν βρέθηκε και το σπίτι μαζί με αυτή την νεκρή πόρνη δεν έγινε στάχτη. Αφήσαμε πολλούς ανοιχτούς λογαριασμούς…  
    
ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Αφού αφήσαμε... κάνε την δουλειά μόνος σου!

ΜΑΡΚΟΣ:
Μικρέ μου Γιάννη με απογοητεύεις.
    
ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Εγώ τελείωσα!

ΜΑΡΚΟΣ:
Γιάννη, αν ο καθένας από εμάς λειτουργούσε έξω από τις συμβάσεις μας δεν θα ήμασταν ομάδα – οι εξομολογήσεις δεν πείθουν – Η δουλειά περνά κρίση και πολλά τελειωμένα καπιταλιστικά τομάρια κυκλοφορούν ελεύθερα πηδώντας τον κόσμο καθημερινά. Αν γινόταν σωστά τότε, στη δουλειά τώρα θα είχαμε ένα στοιχειώδες έλεγχο. Αλλά… Δεν έγινε! Αυτό για την επιχείρηση μας δε είναι καλό, τα κέρδη άρχισαν να πέφτουν και σήμερα μηδενίστηκαν.

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ σηκώνεται απότομα τραβώντας το όπλο και σημαδεύει τον ΜΑΡΚΟ. Οι δύο άντρες πετώντας τις στέκες του μπιλιάρδου αντιδρούν κάνοντας ακριβώς το ίδιο, σημαδεύοντας τον πρώτο.     

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Αν θέλω σε σκοτώνω, εσένα και όλους εδώ μέσα.

ΜΑΡΚΟΣ σηκώνει ειρωνικά τα χέρια του ψηλά.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Όπως είπαΤο χρέος μου το έκανα και ξόφλησα. Το κατάλαβες; Ήμουν ιδεολόγος και με κατάντησες πληρωμένο φονιά!

ΜΑΡΚΟΣ:
Νομίζεις πως θα την βγάλεις καθαρή; Άντε παπά χτύπα, μαζί θα κάνουμε παρέα στην κόλαση.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
-- Βγάλε το σκασμό επιτέλους!

ΜΑΡΚΟΣ:
Γιάννη, άκου τη συνείδησή σου… Γιατί την ροκανίζεις με αυτό τον τρόπο; Ας βάλουμε όλοι αυτά τα σιδερικά εκεί που ανήκουν κι ας κάτσουμε να τα πούμε ήρεμα.

ΠΑΥΣΗ: με αργές κινήσεις πρώτα ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ και μετά οι δυο άντρες επιστρέφουν τα όπλα στα θήκες τους.

ΜΑΡΚΟΣ:
Όπως οι αναμνήσεις μας, έτσι και ο θυμός, πάντα θα βγάζει μια εχθρική συμπεριφορά, υπενθυμίζοντας – ότι δεν είμαστε άνθρωποι αλλά κανίβαλοι –

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Εσύ το λες αυτό!

ΜΑΡΚΟΣ:
Εγώ Γιάννη, εγώ. Αποδεχθήκαμε τον κανιβαλισμό γιατί μας άρεσε.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Και ο άνθρωπος…

ΜΑΡΚΟΣ:
Δεν υπάρχει άνθρωπος, όπως δεν υπάρχει και θεός. Μόνο σκιές, λάσπη και χρήμα.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Δεν θέλω άλλο. Εγώ τέλειωσα, ξόφλησα!

ΜΑΡΚΟΣ:
Αρκετά για σήμερα… Πάρε τον χρόνο σου. Εδώ είναι ο φάκελος, μελέτησέ το και αύριο μου ανακοινώνεις την απόφασή σου. Ελπίζω να είναι η σωστή. Δεν θέλω τα αγαπημένα μου πρόσωπα να σαπίζουν στο χώμα!

Ο ΜΑΡΚΟΣ σηκώνεται και φεύγει από το μπαρ ταυτόχρονα τον ακολουθούν και οι δυο άντρες. Η ΆΝΝΑ κάνει να πλησιάσει τον ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗ αλλά την σταματά ο ΜΑΡΚΟΣ.

ΜΑΡΚΟΣ:
-- Άννα έλα μαζί μας! Άφησέ τον… Αυτές τις ώρες χρειάζεται καθαρό μυαλό.

Απεγνωσμένα η ΑΝΝΑ με δάκρυα στα μάτια τους ακολουθεί. Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ ακίνητος κοιτάζει τον φάκελο.

Τα φώτα σβήνουν.

ΑΛΛΑΓΗ ΣΚΗΝΙΚΟΥ:

ΣΚΗΝΗ - ΙΙΙ

Η σκηνή απεικονίζει μια λεωφόρο της πόλης την νύχτα. Πίσω σε προοπτική πολυκατοικίες δημιουργούν μια αποπνικτική νυχτερινή ατμόσφαιρα. Φωτισμός χαμηλός. Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ περπατά δείχνοντας ήρεμος και αποφασιστικός. Η φωνή της Άννας τον σταματά.   

ANNA:
Νομίζεις πως θα σωθείς με την φυγή;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Τι θες εδώ;

ΑΝΝΑ:
Όλοι η ομάδα έχει μαζευτεί στο μπαρ. Ο καθ' ένας θα σου φυτέψει και από μια σφαίρα. Να σαι σίγουρος πως θα σε βρουν.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Δεν θα προλάβουν…

ΑΝΝΑ:
Γιατί είσαι τόσο ξεροκέφαλος.

Τρέχει και τον αγκαλιάζει μέσα σε λυγμούς

ΑΝΝΑ:
Μου έλειψες Γιάννη. Δέκα χρόνια μου φάνηκαν αιώνες, τώρα που σε βρήκα δεν θέλω να σε χάσω. 

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Μα τόσα χρόνια ήμουν χαμένος!

ΑΝΝΑ:
Όχι για μένα. Ήξερα πως σε κάποια άκρη αυτού του κόσμου ανάσανες και σε περίμενα. Αν φύγεις θα σε σκοτώσουν. Κάνε αυτό που πρέπει να κάνεις κι έπειτα θα φύγουμε μαζί.

ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Σε έστειλαν για να με πείσεις κάνοντας την ερωτευμένη;

ΑΝΝΑ:
Τόσο λίγο με ξέρεις…

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Φύγε Άννα! Φύγε για να σωθείς. Μην μένεις μαζί τους. Μην επιστρέψεις σε αυτό το μπαρ. Φύγε…

ΑΝΝΑ:
Πάρε με μαζί σου!

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Δεν μπορώ Άννα. Δεν υπάρχει λύτρωση για μένα. Μαζί μου θα δυστυχήσεις και σου αξίζει μια καλύτερη ζωή.

ΑΝΝΑ:
Και που να πάω μόνη μου; Μια γερασμένη πόρνη. Στα τριάντα μου χρόνια αισθάνομαι τόσο γριά… Να πάω που!

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Θα βρεις τις δυνάμεις σου. Είσαι ακόμα νέα και όμορφη μπορείς να αλλάξεις!

ΑΝΝΑ:
Πάρε με μαζί σου αγάπη μου.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Αυτό δεν γίνεται!

ΑΝΝΑ:
Δεν με αγαπάς ποια;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Όχι είσαι πανέμορφη και το ξέρεις πως κι εγώ σε αγαπώ και δεν έπαψα να σε σκέφτομαι.

ΑΝΝΑ:
Τόσο πολύ με σκεφτόσουν για να εξαφανιστείς δέκα ολόκληρα χρόνια… Από αυτό το σώμα πέρασαν εκατοντάδες αρσενικά. Κάθε μέρα ξέρναγα χολή από την αηδία. Επαναστάτες της αγαμίας και της πλέμπας… Ο Μάρκος, οι υπόλοιποι τη ομάδας… οι άλλοι… Ξέρεις πώς με εκμεταλλευόντουσαν όλοι αυτοί εκεί μέσα; Είχα πελάτες παιδιά 14 ετών, που έρχονταν με τον πατέρα τους, το θείο τους ή τον φίλο τους μέχρι ηλικιωμένους 80 χρονών. Πάρα πολλοί από αυτούς ξανάρχονταν. Ο Μάρκος με είχε εκπαιδεύσει καλά σε αυτό. Όλοι οι πελάτες με οικογένειες ή με σχέση από διευθυντές τραπεζών, έμποροι, υπάλληλοι, βενζινάδες, φορτηγατζήδες και πολλοί αλλοδαποί. Έτοιμοι να γευτούν τη σάρκα μου που ανήκε στην επανάσταση του Μάρκου. Την δήθεν αριστερή οργάνωση του - τόσο βρώμικη όσο το κτήνος του σύγχρονου ολοκληρωτισμού. Όλοι γευόντουσαν το νεανικό αθώο σώμα μου. Εκτός από εσένα που έλειπες και μετά από κάθε εμετό, βυθιζόμουν σε σκέψεις πως κάποτε θα επιστρέψεις. Η ζωή μου, δηλαδή στο πιο έσχατο όριό της και αυτή η ζωή, μου την είχε στημένη με μια ύστατη πρόκληση, να σε χάσω, να σε ξαναβρώ και να σε χάσω πάλι τόσο γρήγορα. Είναι πολύ σκληρό…  Καμία πόρνη δεν θα μπορέσει ποτέ ν’ απαρνηθεί το παρελθόν της, είναι χαραγμένο στο δέρμα της και στην καρδιά της. Αυτό προσπαθούσε να με πείσει ο Μάρκος, ο αριστερός, ο επαναστάτης, ο δολοφόνος της ψυχής και του σώματός μου, για να πείσω τον εαυτό μου, πως εγώ και το σώμα μου γεννηθήκαμε για να καταπραΰνουμε τους πόνους του αντρικού κανιβαλισμού. Πως θα ζήσω λοιπόν μόνη μου… Με ξαναστέλνεις πίσω σε αυτόν, για να πεθάνω για δεύτερη φορά…

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Όχι! Σου λέω να φύγεις μακριά από αυτόν και από όλους. Από τον Μάρκο, από εμένα. Ζήσε ελεύθερη. Το ανθρώπινο σώμα, αποτελεί το καταφύγιο της ψυχής, είναι ένα έγχορδο όργανο και η σεξουαλικότητα το δοξάρι του. Είμαι σίγουρος πως θα καταφέρεις να γίνεις ο μαέστρος τους! Να νιώσεις και να λάβεις την πραγματική αγάπη τον αληθινό έρωτα.
  
ΑΝΝΑ:
Κι εσύ; Πως… Εσύ πως θα τους ξεφύγεις;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Εγώ θα μαζέψω τις ενοχές δεκαπέντε χρόνων και θα πορευθώ. Ίσως να δώσω κι ένα τέλος σε αυτό το μαρτύριο. Πικραμένος και απογοητευμένος. Δεν υπάρχουν πια ιδεολογίες και ιδανικά Άννα. Δεν υπάρχει τίποτα. Όλα εξαγοράζονται, όλα πουλιούνται. Το άκουσες και μόνη σου. Πρόδωσα τα ιδανικά μου, τις σκέψεις μου, τις αρχές μου, όλη την ψυχή μου. Το βίωσες κι εσύ, το αισθάνθηκες για χρόνια. Μου πήρε κι εμένα πολύ για να καταλάβω, πως δεν χρειάζονται όπλα και σφαίρες, μήτε άδειες παλάμες, μόνο γροθιές υψωμένες για να κερδίσουμε την ελευθερία, το δίκαιο και την ανθρωπιά. Για να ξεφύγουμε όπως είπες κι εσύ από τον κανιβαλισμό. Τα σύνορα, ο πόλεμος και η επιχείρηση εγκαθίδρυσης του σύγχρονου ολοκληρωτισμού, που αγοράζει με το χρήμα τα ιδανικά, είναι αναπόσπαστο κομμάτι ενός κόσμου που βρίσκεται από καιρό πια σε χρεωκοπία, ενός κόσμου που δεν έχει να προσφέρει τίποτα στους καταπιεσμένους και τους εκμεταλλευόμενους καθαρούς συμπολίτες μας. Αν θέλουμε να γκρεμίσουμε αυτό τον χρεωκοπημένο πνευματικά κόσμο και να χτίσουμε στα συντρίμμια του έναν κόσμο ισότητας και ελευθερίας, θα το κάνουμε μόνο στο δρόμο με υψωμένη γροθιά, με αλληλεγγύη, με αποχή και με φωνή. Φάγαμε τόσο κόσμο για ένα τίποτα, για μια εξαγορά εκπληρώνοντας συμβόλαια θανάτου από αυτούς που επιφέρουν τον θάνατο σε εκατοντάδες συμπολίτες μας, γίναμε όμοιοί τους, γίναμε καθεστωτικοί απολαμβάνοντας το χρήμα και από ιδεολόγοι επαναστάτες μετατραπήκαμε σε εγκληματίες τρομοκράτες. Ακριβώς ότι χρειάζεται η εκάστοτε εξουσία. Αυτό που κατάλαβα ήταν πως όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι… Δικό τους παιχνίδι. Όπως και ο πόλεμος, η φτώχεια, ο θρησκευτικός φανατισμός, η κρατική καταστολή, η στέρηση βασικών δικαιωμάτων και ελευθεριών από αυτή την πατρίδα, από αυτά τα κράτη που μετάλλαξαν την δημοκρατία σε απολυταρχικά καθεστώτα, ανάγκασαν στο παρελθόν και εξακολουθούν να αναγκάζουν και σήμερα δεκάδες εκατομμύρια συνανθρώπους μας να ξεριζώνονται από τα σπίτια τους, από τους τόπους που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, από τις γειτονιές τους, από τα χωριά και τις πόλεις τους, για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον, για να αναζητήσουν την επιβίωση και την ζωή, τρέχοντας μακριά από τον θάνατο, μακριά από τα βασανιστήρια και την φτώχεια. Αυτοί οι συνάνθρωποι μας, άντρες, γυναίκες, παιδιά, οι ιδέες τους, οι ιδέες μας, συμπολίτες και αλλοδαποί, ο κόσμος τους, ο κόσμος μας είναι ένας. Αυτός ο πλανήτης είναι για όλους, δεν ανήκει σε καμιά σημαία, σε κανένα σύνορο, σε καμιά πολιτική και σε κανένα χρήμα. Ανήκει στους ανθρώπους και στα ζώα. Από το χώμα γεννηθήκαμε και χώμα θα γίνουμε. Η δεξιά κλείνει το μάτι στην αριστερά και το αντίθετο. Εδώ και χρόνια, είναι μια οργανωμένη αντίστροφη εγκληματική συνεπαγωγή. Φύγε Άννα, φύγε μακριά αγάπη μου… (Βγάζει ένα μάτσο χρήματα). Το ξέρω είναι βρώμικα, ματωμένα, όμως ας λειτουργήσουν για καλό σκοπό για να ξεκινήσεις μια καινούργια ζωή.

Αγκαλιάζονται σφιχτά δίνοντας ένα παθιασμένο φιλί.

ΑΝΝΑ:
Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ!

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Φύγε μακριά και μην επιστρέψεις πίσω. Τώρα αυτή την στιγμή. (Κοιτάζει το ρολόι του). Η ώρα πλησιάζει φύγε μακριά και μην επιστρέψεις ποτέ πια.

ΑΝΝΑ:
Σ’ αγαπώ!

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Φύγε Άννα…

Η Άννα φεύγει τρέχοντας.

ΠΑΥΣΗ: Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ στέκεται ακίνητος κοιτάζοντας το ρολόι του. Σιωπή! Μετράει πέντε δευτερόλεπτα χτυπώντας το δάχτυλο στο ρολόι του. Μια δυνατή έκρηξη βόμβας τον κάνει να πέσει στο έδαφος.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Έπρεπε να γίνει! Adios…

Φεύγει από την σκηνή.

Τα φώτα σβήνουν.

ΑΛΛΑΓΗ ΣΚΗΝΙΚΟΥ:

ΣΚΗΝΗ - ΙV

Η σκηνή απεικονίζει το αρχικό σκηνικό. Αρκετές σειρές από ξύλινα στασίδια καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της σκηνής στο οποίο απεικονίζεται μια παλιά εκκλησία σε μισή πρόσοψη.

Απέναντί του βρίσκεται μια μεγάλη εικόνα της Παναγίας.

Το υπόλοιπο της σκηνής απεικονίζει το εξωτερικό σκηνικό που είναι ένα δρομάκι που οδηγεί στην είσοδο της εκκλησίας μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο.

Ο άνεμος φέρνει διάφορα αποξεραμένα κίτρινα φύλλα μπροστά από την παλιά εκκλησία.

Ταλαιπωρημένος ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ μπαίνει στην εκκλησία. Ανάβει τα καντήλια για να δυναμώσει λίγο το φως. Γονατίζει μπροστά από το ιερό και προσεύχεται.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Εξομολογείσθε τω Κυρίω, ότι αγαθός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Εξομολογείσθε τω Θεώ των θεών, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Εξομολογείσθε τω Κυρίω των κυρίων, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Τω ποιήσαντι θαυμάσια μεγάλα μόνω, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Τω ποιήσαντι τους ουρανούς εν συνέσει, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Τω στερεώσαντι την γην επί των υδάτων, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Τω ποιήσαντι φώτα μεγάλα μόνω, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Τον ήλιον εις εξουσίαν της ημέρας, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Την σελήνην και τους αστέρας εις εξουσίαν της νυκτός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Τω πατάξαντι Αίγυπτον συν τοις πρωτοτόκοις αυτών, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Και εξαγαγόντι τον Ισραήλ εκ μέσου αυτών, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλώ, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Τω καταδιελόντι την Ερυθράν θάλασσαν εις διαιρέσεις, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Και εκτινάξαντι Φαραώ και την δύναμιν αυτού εις θάλασσαν Ερυθράν, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Τω διαγαγόντι τον λαόν αυτού εν τη ερήμω, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.

Από την είσοδο της εκκλησίας μπαίνει ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ. Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ συνεχίζει την προσευχή του!

ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Τω πατάξαντι βασιλείς μεγάλους, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Και αποκτείναντι βασιλείς κραταιούς, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Και τον Ωγ βασιλέα γης Βασάν, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Και δόντι την γην αυτών κληρονομίαν, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Κληρονομίαν Ισραήλ δούλω αυτού, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
΄Οτι εν τη ταπεινώσει ημών εμνήσθη ημών ο Κύριος, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Και ελυτρώσατο ημάς εκ των εχθρών ημών, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Ο διδούς τροφήν πάση σαρκί, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.
Εξομολογείσθε τω Θεώ του ουρανού, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Πόσος καιρός έχει περάσει από την τελευταία εξομολόγηση σου τέκνο μου;

Καμία απάντηση από τον ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗ. Παρά μόνο ο σιγανός ήχος ενός μακρύ λυγμού.

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Δεν με ακούς που σου μιλώ τέκνο μου;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Εξομολογήσου τις αμαρτίες σου.

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Συγνώμη;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
(φωνάζοντας)
Θέλω την εξομολόγηση σου τώρα. 

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Και ποιος είσαι εσύ που την ζητάς;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Αυτός που ξέρεις!

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Εγώ εξομολογούμε καθημερινά!

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
(φωνάζοντας)
Εγώ εξομολογούμε μόνο στον εαυτό μου. 

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Ο θεός θα σε ακούσει τέκνο μου!

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Θεός είναι μόνο ο εαυτός μου.
Κύριε αν υπάρχεις, αν είσαι ένα πνεύμα ζωντανό, ελέησον με τώρα που θα με υποδεχτείς στη βασιλεία σου.
Σώμα μου… σε ευχαριστώ που φιλοξένησες την ψυχή μου. Οι αμαρτίες μου πολλές… Έγινα ένας υψηλόμισθος επαγγελματίας που εξαπατούσε χώρες και ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, αποσπώντας τους ποσά που ανέρχονται σε τρισεκατομμύρια. Τα μέσα που χρησιμοποιούσα ήταν οι στημένες οικονομικές εκθέσεις με πλασματικά στοιχεία, να νοθεύω εκλογές, να εκβιάζω, να εξαγοράζω συνειδήσεις, το πουλημένο σεξ και οι δολοφονίες. Κόστισα πολλές αθώες ψυχές! Δέξου αυτή την τελευταία προσευχή και κρίνε την ψυχή μου!  

ΠΑΥΣΗ:

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Δεν έχω καιρό γι’ αυτά…

Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ βγάζει μέσα από τα ράσα του ένα όπλο.

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Τόσο πολύ βιάζεσαι να τελειώσεις την αποστολή σου και τον άνθρωπο που σε έκανε εφημέριο στο ναό;

Ο ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ σηκώνεται αργά, γυρνά και αντικρίζει τον ΕΦΗΜΕΡΙΟ.

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Πως το ήξερες;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Από την πρώτη στιγμή.

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Και με άφησες τόσα χρόνια να είμαι δίπλα σου;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Γιατί όχι… Αφού γνωρίζω το τέλος μου.

Ακούγεται η φωνή του ΜΑΡΚΟΥ εκτός σκηνής πίσω από το ιερό!

ΜΑΡΚΟΣ:
Είσαι έτοιμος να εξομολογηθείς, μικρέ μου Γιάννη ή θα αρκεστείς στην προσευχή σου; Ο Θεός αν υπάρχει δεν είναι λάτρης των ψευτών. Δεν έχει καμία υπομονή για αυτούς… Μήτε κι εγώ.

Ο ΜΑΡΚΟΣ εμφανίζεται στη σκηνή!

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Γλίτωσες;

ΜΑΡΚΟΣ:
Δεν το περίμενες; Είναι ποτέ δυνατόν να μην ξέρω, πως θα σκεφτεί, και πως θα ενεργήσει ο καλύτερος βομβιστής της ομάδας μου; Είχαμε κάποιες παράπλευρες απώλειες για να γίνει πιστευτό! 

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Αφεντικό δεν έχουμε πολύ ώρα!

ΜΑΡΚΟΣ:
Θα το κάνεις μόνος σου ή εμείς… Διαλέγεις την αριστερά ή την δεξιά;

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Η μαϊμού δοκίμασε να ανέβει στον δέντρο της εξουσίας και αποκαλύφθηκαν τα οπίσθιά της. Μήτε την δεξιά θέλω μα μήτε και την αριστερά! Ετοιμάσατε ιδεολογικά τον δρόμο για την επικράτηση ενός πλανητικού… θατσερισμού. Η αριστερή επανάσταση θα μπορούσε να υπάρξει ως δύναμη, μόνο όταν οι ηγέτες της βρίσκονταν εκτός πολιτικής εξουσίας. Διότι τότε θα μπορούσε να διατηρήσει την πολιτισμική και ιδεολογική, επαναστατική δύναμή της, σε σύγκρουση δήθεν με την εξουσία των ελίτ. Όμως αυτή η εξουσία της ελίτ, σας άρεσε και το χρήμα σας ανέβασε ψηλά κι αποκάλυψε τον κώλο σας. Να θυμάστε πάντως πως υπάρχουν και αυτοί που δεν εξαγοράζονται και θα αγανακτήσουν θα ξεσηκωθούν, θα υψώσουν την γροθιά τους ψηλά, θα βγουν στους δρόμους και τα πόδια τους που θα σας ποδοπατούν θα είναι τα όπλα τους, οι πέτρες θα είναι οι σφαίρες του, είμαι σίγουρος πως τότε δεν θα μπορέσετε να κάνετε τίποτα! Θα είναι εκείνοι που θα δουλεύουν ολημερίς, εκείνοι που τους σακατεύετε σωματικά για να μην μπορούν να σκεφτούν, που τους τρώτε τις σάρκες, πους τους απογυμνώνεται, είναι οι συμπολίτες μου, όλοι οι μετανάστες, όλοι τους είναι αδέρφια μου. Αυτοί... θα έρθει η μέρα που θα ποδοπατήσουν την οικονομική εγκληματική οργάνωσή σας. Χωρίς όπλα, δίχως σφαίρες, μόνο με την γροθιά, τα πόδια και της πέτρες. Εγώ ξόφλησα!

ΜΑΡΚΟΣ:
(Ειρωνικά)
Συγκινητικά λόγια…  (Αυστηρά)Εκεί που θα πας να θυμάσαι πως το μόνο που υπάρχει σε αυτό τον κόσμο είναι… Σκιές, λάσπη και χρήμα!

ΠΑΤHΡ ΙΩΑΝΝΗΣ:
Κι εσύ να θυμάσαι πως κανείς δεν είναι ελεύθερος από την αμαρτία…
      (παύση)
Όλοι μας όμως στο τέλος κάτι της χρωστάμε.

Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ πυροβολεί και ο ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ πέφτει νεκρός.

ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ:
Αποστολή εξετελέσθη!




-- ΑΥΛΑΙΑ -- 


You may also like

No comments:

Note: Only a member of this blog may post a comment.