"Η Ομορφια της Αληθειας" - Διηγημα

0 Comments
Το διήγημα “Η Ομορφιά της Αλήθειας” γράφτηκε για την περιοχή της Λίνδου στη Ρόδο, αποτελεί όμως έμπνευση και αναπόσπαστο αυτοτελές κομμάτι από το υπό έκδοση - πεζό και ποίηση - βιβλίο μου “Ταξίδι στην Ικαρία”

“Η Ομορφιά της Αλήθειας”

Γραμμένο από τον 
Εμμανουήλ Γ. Μαύρο

Διήγημα

© ΑΘΗΝΑ 2011



- Πετρή! Χάρισέ μου τη μαργαριταρένια σου καρδιά! Μ’ ακούς, Πετρή; Χάρισέ μου την καρδιά σου! 

Καμιά απάντηση δεν ήρθε από το διπλό ξύλινο κρεβάτι με τη μονοκόμματη μπεζ επένδυση, που έδινε στο χώρο το χαρακτήρα μιας μεσαιωνικής σοφίτας.  
- Γιατί δε μου χαρίζεις την καρδιά σου; Μου πάει πολύ για να την κάνω ένα με εμένα. 
Όταν ακούστηκε μια γρατζουνιά από την επένδυση του κρεβατιού, το ασπρόμαυρο σεντόνι ανασάλεψε ένα ημίγυμνο αντρικό σώμα, έχοντας μια ελληνική αρχοντιά, με γυμνασμένα χέρια και πόδια. Τα χέρια υψώθηκαν με χάρη ψηλά. 
- Άφησέ την κάτω, Νίκη, αρκετά έπαιξες με αυτή την καρδιά. 
- Αφού μ’ αρέσει… Φοβάσαι μη στην κλέψω; 
Μπροστά στο χαμηλό φωτισμό του δωματίου, χόρευε ολόμαυρη, σαν τη χαριτωμένη Λίλιθ, με φόντο τις φωτιές της κόλασης. Όταν όμως πισωπάτησε προς το κρεβάτι κρατώντας την καρδιά της, ξανάγινε ολόλευκη, απ’ το βελούδινο λαμπερό της άσπρο σώμα.  
- Δε φοβάμαι!  
Απάντησε από το κρεβάτι η βαριά αντρική φωνή μεταμορφωμένη σε παιδική αθωότητα.  
- Κουράζεις, όμως, αυτή την καρδιά, τη βαραίνεις και αλλάζεις τους ρυθμούς της. Αυτές οι εναλλαγές της μειώνουν τη ζωή.  
- Ε όχι και τόσο, έχει αντοχές.  
Είπε με θαυμασμό η Νίκη και συνέχισε…  
- Δε σε κορόιδεψαν όταν οι γονείς σου έφτιαξαν μια τέτοια καρδιά και σου είπαν πως μπορεί όλα να τα δεχτεί και όλα να τα αντέξει.  

Στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη, απέναντι από το κρεβάτι, προσαρμοσμένο στον τοίχο, και θαύμαζε το είδωλό της πιάνοντας την καρδιά της. Το είδωλο μιας ωραιότατης και νεότατης κοπέλας που μόλις ολοκληρώθηκε σε γυναίκα, σε ολόλευκο κύκνο, έτοιμη να κατακτήσει κάθε αρσενικό στο πέρασμά της. Το ανάστημά της κανονικό, με μαύρα ίσια μαλλιά. Έπαιζε με τα χέρια στο στήθος της, και το λευκό φως με τη βοήθεια του άσπρου βελούδινου δέρματός της τη μεταμόρφωνε σε έναν άγγελο. Τούτος ο άγγελος είχε δίψα να πάρει μαζί του κάθε καρδιά.  

- Σταμάτα με το χέρι σου να θέλεις να κρατάς την καρδιά μου.  
Επέμεινε η μεταλλαγμένη αντρική φωνή. 
- Ακούς τι σου λέω; 
Ακίνητη μπροστά στο είδωλό της, η Νίκη σιγογελούσε, βγάζοντας αυτό το χαμόγελο που θα έκανε κάθε άντρα να πέσει στην ποθητή αγκαλιά της, έτοιμος να της δώσει την καρδιά του. 
- Εντάξει, εντάξει, άκουσα, φοβάσαι μη στην πάρω! 
Είπε γεμάτη με νάζι και σκέρτσο.  
- Όχι. Αν όμως στη χάριζα, θα ήσουν ικανή όχι απλά να μου την πάρεις, αλλά να την κρατήσεις για πάντα. 
Η Νίκη έτρεξε στο κρεβάτι και κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του. 
- Και βέβαια! Είναι σπάνια και μοναδική η καρδιά σου. Μου ταιριάζει απόλυτα. Το βρίσκω ανόητο μια γυναίκα να δωρίζει την καρδιά της σε έναν άντρα. Ο άντρας, όμως, μπορεί να το κάνει εύκολα. Αρκεί ένα χυμώδες σώμα κι ένα κρυφό χαμόγελο.  
- Έτσι λες, εύκολα; 

Η Νίκη σηκώθηκε με ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη, έπεσε μισοπλαγιασμένη στο σώμα του και του δάγκωσε τρυφερά τα χείλη. Ο Πετρής ανακάθισε στο κρεβάτι.
- Έχεις την εντύπωση πως όλοι οι άντρες δε σκέφτονται το μετά, όταν έχουν μια ωραία γυναίκα δίπλα τους; 
- Τι εννοείς;, είπε απότομα η Νίκη. 
- Μα, είναι απλό, και μόνο η διαφορά ηλικίας αρκεί για να βάλει σε σκέψη έναν άντρα με λογική. Σκέφτεται πάντα αν αυτή η σχέση του με τη νεαρή γυναίκα θα έχει μέλλον ή θα μετατραπεί σε μια οικονομική εκμετάλλευση με επιχείρημα το νεανικό αιδοίο και τον πόθο που μπορεί να του προσφέρει.  

Η Νίκη σταμάτησε αμέσως να χαμογελάει, τέντωσε το μέτωπό της, ρούφηξε το κάτω μέρος των χειλιών της με τη μαεστρία της γυναίκας που είναι έτοιμη για όλα. Κοιτάζονταν με έχθρα, εκείνος μέσα στα ασπρόμαυρα σεντόνια, εκείνη μισοκαθισμένη πλάι του. Εκείνη σκεφτόταν... "πως τολμάει να μου μιλάει έτσι, να με χαρακτηρίζει πόρνη μιας πολυτελούς κοινωνίας;". Εκείνος... "γιατί ασχημαίνει τόσο όταν αγριεύουν τα μάτια της, αυτή που είναι η ομορφιά προσωποποιημένη;". Συλλογίστηκε για λίγο κι αποτελείωσε τη σκέψη του δυνατά: 
- Είναι που φαίνεσαι τόσο κακιά, όταν θυμώνεις. Πρέπει, μικρή μου, να αντιμετωπίζεις την αλήθεια όποια και αν είναι, όσο και αν θες να κοροϊδέψεις το αρσενικό που έχεις απέναντί σου. Αυτός ο θυμός σε ασχημαίνει.  

- Ψέματα!  
Φώναξε εκείνη εκνευρισμένη.  
Ο θυμός έδενε τα φρύδια της κόμπο στη ρίζα της μύτης, διόγκωνε τα μάτια της, τα πλημμυρισμένα από δάκρυα του θυμού, δάκρυα θωρακισμένα από τις βλεφαρίδες, και το στόμα της μισάνοιγε το αλαζονικό και άσπιλο τόξο των χειλιών της. Ο Πετρής χαμογέλασε βλέποντας την έτσι όπως του άρεσε, εξεγερμένη και ύστερα υποταγμένη, ζορισμένη στα δεσμά, ανίκανη για ελευθερία. Απέθεσε το χέρι του στο νεανικό της κεφάλι, χάιδεψε τα μαύρα ίσια της μαλλιά και μουρμούρισε σαν να κανάκευε γατούλα: 
- Έλα… Έλα, μωρό μου, τι είναι, τι συμβαίνει, γιατί μου θυμώνεις;
Η Νίκη έγειρε πάνω στα σμιλεμένα, σφιχτά μπράτσα, χαϊδεύοντας με το κούτελο, με το μουσούδι, παίζοντας με τα χείλη της, ψάχνοντας ένα φιλί... Έτριψε το γυμνό της πόδι στο πόδι του, προκαλώντας τον για μια ακόμα ερωτική πράξη, μα ο Πετρής την απέφυγε ευγενικά. 

- Όχι τέτοια, Νίκη. Σε περιμένει στη δουλειά η εθνική μας στρίγγλα και η ώρα πέρασε. Να προλάβουμε να πιούμε κι έναν καφέ.
- Αργότερα θα φάω και με το αφεντικό. Θα έρθεις κι εσύ, Πετρή;
- Όχι, εγώ ό,τι είχα να κάνω το έκανα, η δουλειά τώρα ανήκει σε άλλους. Θα έρθω όταν τελειώσουν οι υπόλοιποι αυτά που έχουν να κάνουν. Μπορεί, όμως, να περάσω για έναν καφέ, για παρέα, άλλωστε μαζεύονται κάθε φορά πολλοί αντιπαθητικοί. 
Η Νίκη, που στεκόταν μουτρωμένη, φωτίστηκε από πονηριά. 
- Ξέρω, ξέρω θα είναι και ο Τάσος εκεί.
Τα μεγάλα καστανοπράσινα μάτια του Πετρή διέκοψαν την περιπλάνησή τους κι έμειναν ακίνητα.
- Α, ναι! Χαριτωμένος ο «μικρός», τόσο που πρέπει να βγάλεις επιτέλους το χέρι σου από την καρδιά του.
Η Νίκη αναστέναξε με νόημα. 
- Κρίμα… Θα πήγαινε ωραία με την πλούσια χάρη μου.  
Ο Πετρής στηρίχτηκε στον ένα αγκώνα.  
- Ποια χάρη; 
- Τη δική μου, είπε η Νίκη, και με μια θεατρινίστικη κίνηση έδειξε με τα χέρια της το καλλίγραμμο σώμα της.  
Έκανε ένα σάλτο, προσγειώθηκε με μια τέλεια χορευτική φιγούρα, έσπρωξε απαλά την πόρτα και μονολόγησε: 
- Έφτασε η ώρα για ένα δροσερό μπάνιο. Με περιμένουν η στρίγγλα, το αφεντικό και… ο Τάσος! 

"Μάλιστα", σκέφτηκε ο Πετρής. "Η Νίκη θα κάνει τουλάχιστον δυο ώρες στο μπάνιο απλώνοντας τις κρέμες της εδώ κι εκεί για να διατηρήσει το βελούδινο στην αφή σώμα της". Η σκέψη αυτή τον τρέλαινε, έχανε κάθε αυτοέλεγχο, μέχρι που στο μυαλό του έπαιζε το όνομα και η μορφή του Τάσου. Κάθισε για λίγο ξαπλωμένος στο κρεβάτι, κοιτάζοντας το χώρο γύρω του. Η Νίκη είχε πετάξει τα ρούχα της εδώ κι εκεί, το εσώρουχό της κρεμόταν στο κομοδίνο. Χαμογέλασε άθελά του σε αυτή τη ζεστή και άναρχη γυναικεία ακαταστασία που έκρυβε πάντα μια πρόχειρη και γλυκιά αισθητική. Μισόκλεισε τα καστανοπράσινά του μάτια με τις ακέραιες μεγάλες βλεφαρίδες τους. Στα 40 του χρόνια, ο Πετρής έφτανε στην ολοκλήρωση της καλλιτεχνικής του καριέρας και η ζωή τον είχε γλιτώσει από κολακευτικές καταστροφές και ευγενικούς καημούς. Η Νίκη αποτελούσε γι' αυτόν το βλέμμα μιας ηδονικής συγκατάβασης, πως είχε φτάσει πια σε μια ηλικία που επιτρέπει κανείς στον εαυτό του κάποιες μικρές χαρές. Του άρεσαν η τάξη, τα ωραία αντρικά εσώρουχα, τα ώριμα κρασιά, η προσεγμένη κουζίνα και οι σαγηνευτικές γυναίκες. Το τελευταίο, ωστόσο, θεωρούνταν ελάττωμα στον καλλιτεχνικό του χώρο. Αυτό, όμως, που ένοιαζε τον Πετρή ήταν οι πανανθρώπινες αξίες, η αγάπη του για το συνάνθρωπο. 

"Καλλιτέχνης; Ω! Φίλε μου, τα παραλές, πες με καλύτερα άνθρωπο", είχε πει σε ένα φίλο του δημοσιογράφο. Από την άλλη, υπήρχε και η Νίκη. Τούτη η κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά, το λευκό δέρμα και τα βαθιά μαύρα μάτια, τα σαρκώδη χείλη και την απαλή βελούδινη γλώσσα, που είχε τρελάνει κάθε αρσενικό στο χώρο εργασίας κι όχι μόνο. Το 23χρονο κορίτσι ζάλιζε οποιονδήποτε περνούσε από μπροστά της.  

"Ας κάνει ό,τι θέλει, τα αισθήματά μου τα ξέρει", έλεγε συχνά σε ένα φίλο του, όταν συζητούσαν για εκείνη. Όμως, εδώ ο Πετρής δεν έλεγε όλη την αλήθεια. Τον πείραζε ο ανταγωνισμός, τον ενοχλούσε. Ο Τάσος κόντευε τα 65, εκείνος 40 κι εκείνη 23. Ένας μεσήλικας και ένα γέρος διεκδικούσαν τον ανθό της ζωής. Έναν ανθό μπερδεμένο μέσα στα συναισθήματα. Ο Τάσος είχε τη γοητεία του έμπειρου άντρα, του ευκατάστατου, εκείνου που μπορούσε με την ύλη να "αγοράσει" κάθε γυναίκα. Και με τη Νίκη το είχε καταφέρει. Από την άλλη, ο Πετρής είχε την ποίηση μέσα του, την τέχνη και την καρδιά του, τίποτα άλλο.  

Οι υπόλοιποι άντρες απλά δεν ήξεραν τι σημαίνει Νίκη. Πολλά αρσενικά είχαν πέσει θύματα της ματιάς της και του πεντάμορφου, αγγελικού προσώπου της. Έπαιξε με τα χέρια του στο μέρος της καρδιάς. Έμοιαζε με μαργαριτάρι και αυτό άρεσε στη Νίκη, που λάτρευε τα μαργαριτάρια, και τον χάιδευε κάθε πρωί μετά από μια ολόγιομη νύχτα από έρωτα. Κοίταξε λίγο το σώμα του. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στον καθρέφτη για να δει το πρόσωπό του. Τα μαλλιά άσπριζαν σιγά-σιγά, το πρόσωπό του όμως δεν είχε "σπάσει". Προσπαθούσε να ανακτήσει την αυτοπεποίθηση ενός γοητευτικού σαραντάρη απέναντι στην εικοσιτριάχρονη Νίκη του.  
"Πώς είσαι έτσι; Σαν μαλάκας περιβολάρης από την Ήπειρο, με το "κοκοράκι" μαλλί να πέφτει μπροστά και την κλασική ελληνική κοιλίτσα, που από το αλκοόλ είχε σχηματίσει αυτό το... γλυκό οβάλ σχήμα", μονολόγησε. "Αλλά μου αρέσεις έτσι όπως είσαι"!

Σήκωσε τους ώμους του, χωρίς καμιά επιείκεια για όλα όσα δεν του άρεσαν πάνω του. Κοίταξε και το χρώμα του δέρματός του, ένα χρώμα ζωηρό, όλο υγεία, κοκκινωπό, το χρώμα των ανθρώπων της υπαίθρου. Η φυγή του από την πολύβουη πόλη είχε βοηθήσει σε αυτό. Αυτό το χρώμα του δέρματος αναδείκνυε το χρώμα των ματιών του, το έντονο καστανό με τη βαθυπράσινη γραμμή. Τα μάτια και το βλέμμα του ήταν τα μόνα που του άρεσαν πάνω του. Ίσως, και κάτι άλλο… Το χαμόγελό του και το στόμα του. Το στόμα με τα πυκνά δόντια, που ποτέ δεν έσκαγε στα γέλια, χαμογελούσε όμως συνέχεια μαζί με τα μεγάλα μάτια που ανοιγόκλειναν αργά... Ένα χαμόγελο που πολλοί το ’χαν παινέψει και κάποιοι άλλοι το ‘χαν τραγουδήσει, το ‘χαν φωτογραφίσει χιλιάδες φορές... Ένα χαμόγελο βαθύ, γεμάτο εμπιστοσύνη, που δεν το χόρταινες ποτέ, αλλά πάντα έκρυβε τη λύπη και το στεναγμό.  

Άφησε ένα μικρό μειδίαμα στον καθρέφτη και έβαλε το εσώρουχό του και μια βερμούδα. Η Νίκη ήταν ακόμα στο μπάνιο. Μάζεψε τα ρούχα της, τα δίπλωσε τοποθετώντας τα στο κρεβάτι. Κατέβηκε από τη σοφίτα, κινήθηκε στο σαλόνι κι άνοιξε τις κουρτίνες και το παντζούρι. Ο ήλιος πλημμύρισε το σαλόνι, ένα δωμάτιο χαρούμενο, φορτωμένο με μια μοντέρνα διάθεση. Έστριψε ένα τσιγάρο και στάθηκε στο παράθυρο. 

Ο κόσμος αυτός είναι χτισμένος για να κοιτάει τον ήλιο στη χαραυγή. Είχε ξημερώσει και ο ήλιος σηκωνόταν όλο και ψηλότερα, πέρα από το κάστρο. Η Λίνδος έμοιαζε νύφη ντυμένη στα πορτοκαλί, με τα λευκά κυβόσχημα σπιτάκια, που αγκαλιάζονται από το απόλυτο γαλάζιο του Αιγαίου, να στέκονται περήφανα πάνω στο βράχο. Μια σπάνια ομορφιά, μια απαράμιλλη γοητεία, που κάνει ακόμη και την Αφροδίτη να δακρύζει. Ολόγυρα, πυκνές σκιές πλησίαζαν στα παράθυρα και τις πόρτες των σπιτιών, γκριζάροντας σιγά-σιγά τα όμορφα σοκάκια. Μια μεσόκοπη γυναίκα βγήκε μέσα από τους ίσκιους της πόρτας της. Με τη συντροφιά των χρωμάτων του ήλιου καθάριζε την αυλή της, τραγουδώντας.  

Τόσο όμορφη ήταν η Λίνδος, η Λίνδος που έμοιαζε στη Νίκη, στη δική του Νίκη. Ένα δέντρο καταπράσινο από ελπίδα, εκεί όπου κυριαρχεί το φως κι απλόχερα χαρίζει ζωή και γεμίζει με σοφία. Εκεί είχε καταλήξει στην όμορφη Ρόδο και σε μια άκρη της, βαθιά στο Αιγαίο για να δημιουργήσει την τελευταία του καλλιτεχνική δουλειά. 
Δεν άντεξε στη σκέψη και άναψε άλλο ένα τσιγάρο καθώς η μελωδική φωνή της Νίκης ακουγόταν από το μπάνιο, γεμίζοντας όλο το σπίτι με τραγούδι. Ο Πετρής άφησε ελεύθερο το βλέμμα του στον ορίζοντα και τη σκέψη του να πάει λίγες μέρες πίσω. 

Έφτασε στο μπαρ κι έκατσε δίπλα του, έμοιαζε με βοριά που από τον ορίζοντα φυσά, ανταμώνοντας τη διαχωριστική γραμμή, εκεί που ο καρπός της ελπίδας κουρνιάζει σε σπλάχνα γόνιμα και ανθίζει. Τα χείλη της τα είχε αφήσει ανέπαφα, χωρίς χρώμα, γνήσια, θέλοντας να του δείξει την επιθυμία της να τον γευτεί, να του μεταδώσει όλα τα μυστικά και τα κρυφά μηνύματά της. Μπροστά της έμοιαζε με φύλακας άγγελος στην πόρτα της ψυχής της, που όσο και αν την πατούσες εκείνη ποτέ δεν αντιδρούσε, ζητώντας του μια βοήθεια στο διχασμένο, μπερδεμένο κόσμο της. Έπιασε τα τσιγάρα της και άναψε ένα με μανία, ενώ άδειασε το ποτό της μεμιάς. Την άφησε να πιει. Δεν τη σταμάτησε. Δεν ήθελε να τη διακόψει, είχε καταφέρει να τη διαβάσει καλά κι εκείνη το ήξερε. Έπαιζαν τα μάτια και τα χέρια της με τον καπνό. Εκείνος ήθελε τόσο πολύ να τη φιλήσει, μέχρι που ο λόγος της του φανέρωσε μια μικρή ελπίδα σιγουριάς για το μέλλον, τουλάχιστον έτσι νόμιζε.     

"Σε αισθάνομαι τόσο κοντά μου, δίπλα μου. Δεν μπορεί… δεν μπορεί να είσαι έτσι, τόσο τέλειος να πω; Βγαίνω από την τελευταία μου σχέση. Είχα αφήσει τον εαυτό μου να κατρακυλήσει στον πάτο. Κουράστηκα να κλαίω. Δε θυμάμαι τον εαυτό μου ευτυχισμένο... Κι όλα αυτά γιατί κάποτε ερωτεύτηκα! Έτσι είναι ο έρωτας; Δεν είμαι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου, αλλά μου αξίζουν περισσότερα… Είναι σαν να τιμωρώ τον εαυτό μου. Όσες φορές προσπάθησα, δεν κατάφερα να ξεφύγω. Με έκανε πάντα να αισθάνομαι δεύτερη - και το σιχαίνομαι αυτό - άχρηστη και ανίκανη. Υπήρχαν στιγμές που παρακαλούσα να ακούσω μόνο ένα... "μου λείπεις". Είναι όλα λάθος. Όμως, γιατί δε βρίσκω τη δύναμη να προχωρήσω; Δεν ξέρω γιατί το κάνω αυτό τώρα και ξεσπώ. Ίσως, επειδή είσαι εσύ. Εσύ που η καρδιά σου όλα τα αντέχει. Έχω πληγωθεί όσο δε φαντάζεσαι. Φοβάμαι πάρα πολύ μην ξαναπληγωθώ. Έχω γίνει επιφυλακτική.  Εκεί που είπα να χαλαρώσω, πως θα πάνε όλα καλά, ήρθες εσύ από το πουθενά. Αλλά, μια στιγμή… Μάλλον, δεν ήρθες εσύ… Εγώ ήρθα! Μέσα μου, όμως, ακόμα με βασανίζει το παρελθόν και θέλω να είμαι εντελώς ξεκάθαρη μαζί σου. Ξέρω ότι είσαι συνέχεια στο μυαλό μου και αυτό μου αρέσει. Δεν ξέρω αν είναι ενθουσιασμός ή έρωτας - και να είναι, φοβάμαι να το παραδεχτώ. Θέλω όμως να σου μιλήσω ειλικρινά και να σου πω πως σε θέλω πολύ. Σκέφτομαι συνέχεια τη στιγμή που θα σε νιώσω μέσα μου. Μαζί σου αισθάνομαι τρυφερότητα και ασφάλεια. Αν το τολμούσα, θα παραδεχόμουν ότι θα ήθελα να με πάρεις στα χέρια σου, στην αγκαλιά σου, να μείνω εκεί για πάντα"!  

Πόσο όμορφα λόγια είχε πει τότε. Τα αφτιά του αρνούνταν να δεχτούν ότι τα είχαν ακούσει. Ήταν αυτός και ο άλλος. Τότε… αυτός ο άλλος αποτελούσε το μεγάλο ερωτηματικό. Τώρα το ερωτηματικό είχε όνομα και το ήξερε, το είχε ανακαλύψει. Η Νίκη κατόρθωνε πάντα να σε μαγεύει με τα λόγια της, να σε προσγειώνει με την κυνικότητα της, να σιωπά συχνά και πολύ. Αυτή η σιωπή με το καθάριο πρόσωπο και τα λεπτά μαύρα μάτια σε μάγευε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ο Πετρής πως τα ρυτιδιασμένα χέρια του εξηνταπεντάχρονου Τάσου είχαν αγγίξει αυτό το κορμί που ήταν φτιαγμένο από ροδοπέταλα, πως το ταλαιπωρημένο στόμα του είχε φιλήσει τα μελωμένα χείλη της και είχε βασανίσει της ψυχή της. 

Το μόνο πράγμα που έμεινε πέρα από την ήχο της φωνής της ήταν η εικάζουσα μελλοντική αγάπη της, που ήθελε να ήταν, για τον Πετρή, σαν το φως του φεγγαριού. Να τον καθοδηγεί. Κι εκείνος να το παρακολουθεί ως φως να λάμπει πάνω της. Ο Πετρής ήταν αποφασισμένος να την κυνηγήσει, σβήνοντας τις μεγάλες σιωπές της. Η Νίκη είχε χάσει το μυστήριο των αισθημάτων, το μυστήριο της έντασης και της άφεσης. Επέμενε στο μυστήριο της σιωπής. Τη σιωπή που τόσο λάτρευε, μα με λάθος τρόπο την ακολουθούσε, τη σιωπή που εμπιστεύεται καθετί διαφορετικό.  

"Εκείνη ήρθε στη ζωή μου αλλά έφερε και τον Τάσο…", μονολόγησε καθώς έσβηνε το τσιγάρο του. Η Νίκη σιγοτραγουδούσε, όταν σταμάτησε ξαφνικά, ανοιγοκλείνοντας μια-δυο πόρτες στη σοφίτα. Κατέβηκε στο σαλόνι χωρίς μακιγιάζ, φορώντας μόνο το στηθόδεσμο της, την κοντή τζιν φούστα της και το ένα από τα δυο παπούτσια της, έχοντας επιθετικές διαθέσεις.  

- Πού είναι το παπούτσι μου; 
- Θα το φόρεσε ο Τασούλης για να πάει στη δουλειά, είπε όλο σοβαρότητα ο Πετρής.  
Η Νίκη, αν και σε νεανική ηλικία, δεν είχε την αίσθηση του χιούμορ, σκόνταφτε πάνω στους αστεϊσμούς όπως ένα μυρμήγκι σε ένα κομμάτι κάρβουνο. Πήγαινε αμήχανα πάνω-κάτω, αριστερά- δεξιά. 
- Και την κορδέλα μου; Ο Τάσος την πήρε και αυτή;», είπε, έχοντας έναν οξύ και νευρικό τόνο.  
- Ποιες απ’ όλες;      
- Με δουλεύεις, Πετρή; 
- Δεν ξέρω… Είπε ο Πετρής και άφησε ένα κούφιο γέλιο να του ξεφύγει. 
Η Νίκη τον κοίταξε θυμωμένα. Εκείνος κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και άναψε άλλο ένα τσιγάρο.  
- Α, η κόκκινη κορδέλα, αυτή με το βελουτέ στο τελείωμα!… έκανε χαδιάρικα, με νόημα ο Πετρής.  
- Τη μέρα που ένας άντρας θα μ’ αγαπήσει για την εξυπνάδα μου, θα 'μαι ξοφλημένη, απάντησε η Νίκη. Μέχρι τότε θέλω το παπούτσι μου και την κορδέλα μου.  
- Ο άντρας βρέθηκε, όμως εσύ κάνεις τα πάντα για να τον διώξεις, γιατί φοβάσαι ακριβώς αυτό. Αυτό που φοβούνται όλες οι γυναίκες ανεξαιρέτως. Να μη βρεθεί εκείνος ο άντρας που θα διαβάσει τον εγκέφαλό σας, θα τον αγαπήσει και θα τον ερωτευτεί. Ξέρεις καλά, μικρή μου και γλυκιά Νίκη, πως χαζή γυναίκα δεν υπάρχει, μόνο έξυπνη!  

Η Νίκη έμεινε σαν άγαλμα να τον κοιτά βυθιζόμενη σε μια ακόμα γνώριμη σιωπή της. Την "έσπασε", βγάζοντας όλο τον εκνευρισμό της. Ο Πετρής είχε δίκιο. Είχε καταφέρει να τη διαβάσει και να τη διαβάσει καλά!  
- Εγώ; Ή εσύ με τις συνεχείς αναφορές σου για τον Τάσο; Τι σε έχει πιάσει, μου λες; Κάτι έπρεπε να πει... για να το πει.  
Ο Πετρής αφέθηκε στις σκέψεις του, δίχως να βγάλει λέξη. Η Νίκη δεν άντεξε τη σιωπή. 
- Βαρέθηκα πια, όταν μιλώ, θέλω να μου δίνουν σημασία. Βαρέθηκα πια! 
- Τότε να φύγεις! Είπε ο Πετρής αποφασισμένος κι εκείνη πάγωσε.  
- Αφού δεν μπορείς να αποφασίσεις με ποιον από τους δυο θέλεις να είσαι, φύγε. Ίσως κάποτε να καταλάβεις ποιος σε αγάπησε πραγματικά. Μέχρι τότε, μπορείς να πετάξεις το παιχνίδι σου. Όταν αποφασίσεις να το ξαναμαζέψεις, ξέρεις πού θα το βρεις. Πάνω στο βράχο ψηλά να αγναντεύω το Αιγαίο. Φύγε λοιπόν, η πόλη σε περιμένει κι άσε με εμένα ψηλά να με φυσούν οι άνεμοι.  
- Αυτή η εμμονή σου με τον Τάσο και αυτό το βλέμμα σου δεν υποφέρονται…  
- Σου είπα, μπορείς να φύγεις! Και θα σε παρακαλούσα να το κάνεις τώρα, χωρίς περιστροφές. Όσο κι αν αυτό με πληγώνει, όσο και αν ξέρω πως αυτό ίσως με κάνει να τρέξω ξωπίσω σου, καλό θα ήταν να φύγεις!  
- Καλά, δεν μπορώ να πω μια κουβέντα, δηλαδή; Θα σε δω απόψε στη πόλη, στο γνωστό στέκι; 
- Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Αλλά μόνο ως πέρασμα και τίποτα παραπάνω. 

Χαμήλωσε το βλέμμα της και βυθίστηκε στις γνωστές της σιωπές. Ανέβηκε στη σοφίτα να ντυθεί. Ο Πετρής στάθηκε στο παράθυρο που έβλεπε προς τη θάλασσα. Την έχει αγαπήσει, είναι μαζί, αλλά δεν είναι ολότελα δική του. Η μικρή Νίκη τον έχει κάνει να χάσει τα λογικά του. Όπως πιθανότατα θα έχει κάνει και με τον Τάσο, φέρνοντας τους δυο άντρες σε μια σιωπηρή ένταση. Ο Πετρής ήταν αποφασισμένος να βάλει ένα τέλος και να καταφύγει ψηλά στο βράχο της πανέμορφης Λίνδου, να αγναντέψει το βαθύ μπλε του Αιγαίου. 

Η Νίκη κατέβηκε με αργά βήματα τα σκαλοπάτια της σοφίτας, έτοιμη για αναχώρηση. Ο Πετρής την πλησίασε και τη χάιδεψε απαλά στο πρόσωπο. Με τα δυο του χέρια της έφτιαξε το φουλάρι και το πουκάμισο. 
- Πότε λοιπόν θα μάθεις, μικρή μου Νίκη, να μακιγιάρεσαι καλύτερα, όχι τόσο έντονα; Αφού θα φύγεις από κοντά μου, πρέπει τουλάχιστον να μάθεις κάποια πράγματα.  
Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα και άρχισε με ένα βαμβάκι να της αφαιρεί και να της διορθώνει το μακιγιάζ. Αφέθηκε στα χέρια του, εκστατικά. Ταλαντευόταν χαλαρά, πλημμυρισμένη από μια νωχελικότητα και μια ηδυπάθεια που έκαναν τα μάτια της να κλείνουν…  
- Μωρό μου… Μουρμούρισε η Νίκη. 

Εκείνος μόλις ολοκλήρωσε το έργο του την αγκάλιασε όλο περηφάνια. Τα χέρια του χάιδεψαν απαλά τα μαύρα της μαλλιά. Στάθηκαν και πάλι στο γιακά του πουκαμίσου να τον φροντίσουν. Άγγιξε το λαιμό της, που ήταν πλημμυρισμένος από το άρωμά της, και τη φίλησε εκεί στα γρήγορα, ανίκανος ν’ αντισταθεί και στο στόμα που ανάσαινε τόσο κοντά του. Εκείνη άνοιξε τα μάτια, τα χείλη, άπλωσε τα χέρια, όμως ο Πετρής συνήλθε γρήγορα. 

- Όχι! Έχεις αργήσει. Για την ώρα, έχουμε τελειώσει. Θα κάνεις πρώτα τις επιλογές σου και μετά ξέρεις πού θα με βρεις.   
- Θα σε δω αργότερα θα περάσεις από τη δουλειά; Όχι; 
- Όχι, είπα! Και με ένα φιλί στο μάγουλο τη συνόδευσε μέχρι την έξοδο.  
Όταν έμεινε μόνος, χαμογέλασε όλο περηφάνια κι άφησε έναν τρεμουλιαστό αναστεναγμό καταπιεσμένης λαχτάρας. Αναπόλησε τον ερωτισμό της Νίκης. Αυτόν τον ερωτισμό στον οποίο κατάφερε να αντισταθεί. Το πλάσμα αυτό μπορούσε με ένα μαγικό τρόπο να τρελαίνει όλα τα αρσενικά. Το χαμόγελό της, τα μάτια της και η επιλεγμένη σιωπή της ήταν τα δυνατά σημεία της, ενώ το άσπρο βελούδινο δέρμα της... ο ερωτικός πόθος της αφής.  

Ο Πετρής περπάτησε ψηλά ως το βράχο της Λίνδου. Αποζητούσε την ηρεμία και μια ικανοποίηση από το διαφορετικό αέρα που είχε το ψηλότερο μέρος της. Έφτασε ψηλά να ατενίζει τη θάλασσα σκαρφαλωμένη στο βράχο, κάτω από την Ακρόπολη. Να κοιτάζει με τη ματιά του το διατηρητέο οικισμό που έχει διαφυλάξει μια ξεχωριστή αρχιτεκτονική, διατηρώντας τη μοναδικότητά του, να φιγουράρει σαν κόσμημα στη σκιά των αρχαίων ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Τα σπίτια με τις επίπεδες στέγες που ξεφυτρώνουν στα λιθόστρωτα δρομάκια έχουν μείνει απαράλλαχτα, ανέγγιχτα από το χρόνο. Ο ήλιος ψηλά έφερνε καλοκαίρι, με τους επισκέπτες να συνωστίζονται στα στενά σοκάκια. Κάπου μέσα σε αυτά τα σοκάκια βρισκόταν και η Νίκη του. Η Νίκη. Σε αυτήν που λίγο πριν ο Πετρής είχε δώσει μια πρώτη απάντηση.  

Κάθισε σε ένα πεζούλι για να βλέπει καλύτερα τα λευκά σπιτάκια, που ήταν θαρρείς σαν κύβοι ζάχαρης σε μεγέθυνση, τα σοκάκια, τα εντυπωσιακά καπετανόσπιτα και τις σκεπαστές καμάρες με τον αέρα της Ανατολής. Στο μυαλό του, όμως, κυριαρχούσαν τα μάτια της.  

Άναψε ένα τσιγάρο, έβγαλε το μπλοκ των σημειώσεων κι ένα μολύβι και άφησε τη σκέψη του να τον παρασύρει στον έρωτα της πρώτης ματιάς και το βλέμμα του στη θάλασσα.  Ο Πετρής ήταν αποφασισμένος να την κυνηγήσει. Να την κυνηγήσει και να την κερδίσει, θέλοντας να τη σώσει από τα χέρια του Τάσου. Να ανταλλάξει τη δύναμη του χρήματος με την αξία της αγάπης και του έρωτα. Το συναίσθημα είχε κυριεύσει τα τελευταία λόγια που της είπε. Άρχισε να γράφει…  

Θα μου λείψουν όλα αυτά τα χαρούμενα χρόνια. Προφανώς, εγώ θα μείνω μέσα μου για πάντα παιδί, όσο κι αν προσπαθούν κάποιοι να μου φορτώσουν την ενηλικίωση και να με γεμίσουν με ενοχές πως έφτασα πια ως μεσήλικας στα σαράντα κι ακόμα ψάχνω την ομορφιά της αλήθειας γι’ αυτή τη Νίκη της φαντασίας μου και στα μέρη που πήγε…              

© 2016 Emmanuel G. Mavros


You may also like

No comments:

Note: Only a member of this blog may post a comment.