Ο θανατος περιοδευει τον κοσμο με τη μασκα ενος στρατηγου. 28 χρονια απο το θανατο του Τασου Λειβαδιτη

0 Comments


"Όσα δε ζήσαμε, αυτά μας ανήκουν!"

Το ελληνικό κεφάλαιο, ο ελληνικός χωροχρόνος παρατηρεί με οργή επί του καναπέως, την ανεπάρκεια του πολιτικού του προσωπικού και το μένος των δημοσιογράφων του και προσδοκά πλέον στην εγκαθίδρυση της καπιταλιστικής νέας τάξης πραγμάτων του νεοφιλελευθερισμού με την αποφοίτηση της πολιτικής αριστερής μούμιας, σε μια πιο εξελιγμένη νεοφασιστική πρακτική, με μεθόδους από το παρελθόν και το μέλλον, σε μια πιο εξελικτική βάση του νόμου και της τάξης, με ολίγη από επαναδιαπραγμάτευση θα μπορέσει να αποτελέσει μια νέα μορφή κοινωνικής συμμαχίας, που θα διασώσει την ευρωφασιστική του φυσιογνωμία παράγοντας ταυτόχρονα πιο «εκπολιτισμένα» νεοναζιστικά τάγματα εφόδου. Έτσι με βήματα που ξεκίνησαν αργά, ο Έλληνας πολίτης χάνει αυτό που για χρόνια πολέμησε, αγωνίστηκε και θανατώθηκε. Περάσαμε στην άλλη όχθη, σε μια νέα ρήση και η ρήση αυτή έχει να κάνει με την ελευθερία του φόβου. Σύσσωμη η Ευρώπη κι όλοι οι υπερεθνικοί καπιταλιστικοί μηχανισμοί από τους G8 μέχρι τις αγορές και τους περίφημους οίκους τους, δεν αναμένουν την αποφοίτηση της νεοφιλελεύθερης "αριστεράς" και απαιτούν να τηρηθούν τα συμφωνηθέντα για να συνεχιστεί η «διάσωση». Της Ελλάδος λένε και του ευρύτερου Νότου. Καταπατώντας αξιοπρέπειες, καταλύοντας κάθε έννοια συνταγματικότητας και δημοκρατίας, εξαφανίζοντας και το τελευταίο οχυρό, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. 

Ο Έλληνας πολίτης περιμένει την άνοιξη να φυσήξει στα σταυροδρόμια του κόσμου και να λειτουργήσει  ως λυτρωτική για εκείνων και από «κήρυγμα ανατρεπτικό», να γίνει  η ελπίδα του κοινωνικού ξεσηκωμού. Δεν χρειάζονται όπλα, δεν χρειάζονται αλληλοσκοτωμοί και σαμποτάζ, η ανατροπή μπορεί να γίνει μέσα από την σκέψη, τον λόγο και την δράση. Ο ήλιος της Ελλάδας θα είναι εκεί ψηλά να θυμίζει πως ότι έγινε, ότι συμφωνήθηκε, ότι επί του πρακτέων έλαβε σάρκα και οστά ήταν μόνο για αυτόν τον ήλιο, και γι αυτόν τον ουρανό. Πέρασαν κιόλας 28 χρόνια από το θάνατο ενός μεγάλου Έλληνα λογοτέχνη και 63 χρόνια από τον ανατρεπτικό του λόγο στο «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Ο Τάσος Λειβαδίτης έδωσε, κυρίως με αυτό, αλλά και μέσα από όλα του τα έργα, την μαρτυρία του για έναν κόσμο που πορεύεται προς την τρέλα μέσα σ’ ένα σκληρό σύστημα κοινωνικών ανισοτήτων. Αυτόν τον κόσμο που σήμερα υποφέρει από την οικονομική υποδούλωση και διψά για ελευθερία και μια ανάσα ζωής:

Ο θάνατος περιοδεύει τον κόσμο με τη μάσκα ενός στρατηγού.
Τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα από το θάνατό μας
για να κλαίνε.
Φυσάει.
Τα μέγαρα ρίχνουν έναν ίσκιο βαρύ που σπάει τη ραχοκοκαλιά μας
Τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι
Τα παραμύθια είναι τυφλά
Φυσάει
Φυσάει μέσα από τα τρύπια βρακιά των ανέργων
Φυσάει
Φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαούΟ άνεμος μπερδεύει τους δρόμους τις χρονολογίες τα πρόσωπα
Παρασέρνει τη σκόνη απ’ τα πεδία των μαχών
Αυτή η σκόνη θάβει σιγά σιγά την Ευρώπη
Τα χέρια τους είναι έτοιμα να σώσουνε τον κόσμο
Εις τους αιώνας των αιώνων
Ερχόμαστε
Παραμερίστε
Κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει μεγαλώνει

Η επανάσταση όμως δεν ήρθε ποτέ… Και ούτε θα έρθει! H ταξική
κι ιδεολογική πόλωση είναι πλέον μόνιμο χαρακτηριστικό της κοινωνικής ανισορροπίας, μια πόλωση που υπερβαίνει τις προσδοκίες τους, εξαθλιώνοντας τον απλό άνθρωπο, ενώ γνωρίζουν πως οι πολιτικές και οι κοινωνικές πρακτικές τους καθρεφτίζουν την αλήθεια μιας Ευρώπης εξαθλιωμένης. Περίπου 5 εκατομμύρια άνθρωποι επιβιώνουν με λιγότερα από €5 την ημέρα, ενώ άλλοι τόσοι υποφέρουν από οικονομική στενότητα αδυνατώντας να πληρώσουν τα έξοδα για θέρμανση όλο το χρόνο ή να αντιμετωπίσουν έκτακτα έξοδα. Μερικές κοινωνικές ομάδες είναι περισσότερο ευάλωτες από κάποιες άλλες, όπως οι ρομά, τα παιδιά, οι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, οι άνεργοι, οι μετανάστες και οι μονογονεϊκές οικογένειες. Αυτή η κατάσταση έρχεται σε αντίθεση με τις αξίες αλληλεγγύης και κοινωνικής δικαιοσύνης όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της ΕΕ.

...τα μάτια μας θα ζήσουνε και πέρα από το θάνατό μας
για να κλαίνε
φυσάει.
Tα μέγαρα ρίχνουν έναν ίσκιο βαρύ που σπάει τη ραχοκοκαλιά μας
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι
τα παράθυρα είναι τυφλά
φυσάει.
...φυσάει μες απ' τα τρύπια βρακιά των ανέργων
φυσάει
φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού.
...τα χέρια τους είναι έτοιμα να σώσουνε τον κόσμο
είς τους αιώνας των αιώνων.
...ερχόμαστε
παραμερίστε
κατεβαίνουμε σαν μια χιονοστιβάδα που όσο κατηφορίζει μεγαλώνει.

Ο Τάσος Λειβαδίτης, γιος του Λύσανδρου και της Βασιλικής, γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922 και είχε τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια: μια αδερφή και τρεις αδερφούς. Αδερφός του ήταν ο ηθοποιός Αλέκος Λειβαδίτης και ανιψιός του ο ηθοποιός Θάνος Λειβαδίτης. Tο 1940 εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου της Αθήνας. Δεν θα τελειώσει όμως ποτέ, καθώς τον κερδίζει η Αντίσταση, οργανώνεται στην EΠON.  Στην καρδιά της Kατοχής το 1943, χάνει τον πατέρα του, ενώ αργότερα, όντας στην Mακρόνησο (1951), χάνει και τη μητέρα του. Το 1946 παντρεύεται τη Mαρία, δευτερότοκη κόρη του Γεωργίου Στούπα και της Aλεξάνδρας Λογοθέτη, του στάθηκε στήριγμα όχι μόνο στα σκληρά χρόνια της εξορίας του ποιητή, συντηρώντας και την μητέρα του αλλά και φύλακας - άγγελος σε όλη του τη ζωή του. O ποιητής την έχει ηρωίδα του στο "Aυτό το αστέρι είναι για όλους μας" που της το αφιερώνει. Την ίδια χρονιά κάνει και την πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση δημοσιεύοντας το ποίημα "Το τραγούδι του Xατζηδημήτρη" στο περιοδικό "Ελεύθερα Γράμματα" του Δημήτρη Φωτιάδη. 

Ο Τάσος Λειβαδίτης ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1945 έως το 1951. Με τη λήξη των Δεκεμβριανών συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (1945) αφήνεται ελεύθερος. Τον Ιούνιου του 1948 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Μούδρο. Το 1949 μεταφέρεται στη Μακρόνησο κι επειδή δεν υπέγραψε δήλωση μετάνοιας μεταφέρεται στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ' όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Το 1955  ο ποιητής δικάζεται στο Πενταμελές Eφετείο για το συγκεκριμένο έργο του. Πλήθος κόσμου και ανάμεσά τους πολλές προσωπικότητες των γραμμάτων θα παρακολουθήσουν αυτή τη πνευματική δίκη όπου ο ποιητής θα μετατρέψει το εδώλιο σε βήμα για να διατυπώσει την ουσία και τον σκοπό της τέχνης του. Θα συγκινήσει όχι μόνο το ακροατήριο αλλά και τους δικαστές που τελικά θα τον αθωώσουν πανηγυρικά.

"Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας" Τάσος Λειβαδίτης 


Η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν επιδρούν αρνητικά μόνο στην ευημερία των ατόμων και στην δυνατότητά τους να λάβουν μέρος στην κοινωνική ζωή, βλάπτουν και την οικονομική ανάπτυξη, που μπροστά στην ανθρώπινη επιβίωση και ευημερία ποσώς μας ενδιαφέρει. Μια τέτοια ευημερία θα προέρχεται μόνο από την ηρεμία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την απόλυτη δημοκρατία για να ακολουθήσει ο δρόμος μιας δίκαιης ισότιμης οικονομικής ευημερίας.  

Υγρά τα σκαλοπάτια του πολέμου
Φωτιές απ' τα παράθυρα αντηχούν
Κι οι μάνες τώρα ψάχνουν για κρυψώνες
Κρυμμένα μονοπάτια του ουρανού
Η χώρα μου βυθίζεται στο ψέμα
Σε ηδονές που στάζουνε χολή
Και βρίσκουν καταφύγιο οι αλήτες
Σε χώμα που μυρίζει σαν πληγή
Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου
Στα σαπισμένα δόντια ενός φρουρού
Φυσάει στα δεκανίκια του σακάτη
Που ακούμπησε στον ώμο ενός παιδιού
Γυναίκα να μην κλάψεις για το γιο σου
Το όπλο του στα χέρια σου κερί
Χιλιάδες χνώτα λιώνουν σε εκκλησίες
Που γέμισαν με λάσπη και ντροπή
Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου
Στα σαπισμένα δόντια ενός φρουρού
Φυσάει στα δεκανίκια του σακάτη
Που ακούμπησε στον ώμο ενός παιδιού

Η σκέψη του καλλιτέχνη έγραφε την πραγματικότητα που σήμερα μαρτυρά την διαχρονικότητα. Μελετώντας το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» ο καθείς, έρχεται αντιμέτωπος με την καθημερινότητα του, με τις ανάγκες του και τις πρακτικές του, την εσωτερική και εξωτερική του μετανάστευση,  τα θέλω και τα όχι του. Είναι αυτός ο μεγάλος λογοτέχνης ο οποίος θέλει να τον πιάσει και να ξεχυθεί στο δρόμο ορμώμενος, κραυγάζοντας SOS, όχι για να σωθεί, αλλά για να γίνει σύνθημα-κάλεσμα μιας ειρηνικής εξέγερσης, μιας αποτελεσματικής κοινωνικής συμφωνίας, που θα έχει ως οδηγό την ατομική σκέψη και όχι την κομματική. 

Kαμιά φορά, οι μενεξέδες ενός χαμένου παραδείσου
ευωδιάζουν μες στον ύπνο μας,
κι ύστερα είμαστε άρρωστοι για μέρες
Ω! παιδικές αμαρτίες του μεσημεριού που τις εξάγνιζαν οι τρόμοι της νύχτας
ή το ανομολόγητο πού έδινε κάποτε στις χειρονομίες μας κάτι απ' το άγνωστο
θυελλώδη συμβάντα του δειλινού μέσα στο σπίτι
ενώ έξω απλώς βράδιαζε.
Ώσπου μια νύχτα, ένας διαβάτης περνάει στο δρόμο τραγουδώντας.
Πού έχεις ξανακούσει το τραγούδι αυτό; Δεν θυμάσαι.
Κι όμως η νοσταλγία όλων όσων ονειρεύτηκες, τρέμει μες στο τραγούδι.
Στέκεσαι στο παράθυρο κι ακούς σαν μαγεμένος.
Κι άξαφνα σε κάποια στροφή του δρόμου, το τραγούδι σβήνει. Όλα χάνονται.
Ησυχία ...
Tώρα τι θα κάνεις;
Η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο.
Η θλίψη, πιο δίκαιο.

"Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας" Τάσος Λειβαδίτης 

Η Ευρώπη ζει στο Μερκελισμό ενός νεοφασιστικού κινήματος ακριβώς όπως το είχε περιγράψει Ο Τάσος Λειβαδίτης 63 χρόνια πριν. Μια πολιτικός που παρουσιάστηκε ως ένα άγριο σκυλί-φύλακα, μπροστά σε ένα σπιτάκι με το σήμα του ευρώ. Αυτή ήταν η μισή αλήθεια. Γιατί το σπιτάκι έπρεπε να είναι βαμμένο με τα χρώματα της Γερμανίας. Το ευρώ θα παραμένει “ιερό” και άξιο σωτηρίας, μόνο αν θυμίζει στους Γερμανούς το δίδυμο αδερφάκι του μάρκου ή καλύτερα το προφίλ πορτραίτο του Χίτλερ. Η προπαγάνδα κατά των “σπάταλων Ελλήνων”, που συστηματικά καλλιεργήθηκε επί μια τριετία πλέον, πέτυχε τελικά τους πολλαπλούς στόχους της ιδίας. Άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού σε ολόκληρη την Ευρώπη και έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα στους Γερμανούς εργαζόμενους, να μην διαμαρτύρονται για την συνεχιζόμενη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας. Ακόμα και το “ντερ Σπίγκελ”, το πλέων  έφτασε στο σημείο σε μια “κρίση ειλικρίνειας” να κάνει ένα εξώφυλλο με τίτλο “Μοντέρνοι Καιροί”, που απεικόνιζε εργαζόμενους μπλεγμένους στα τεράστια γρανάζια ενός απάνθρωπου συστήματος, όπως (για πολλούς υπερβολικά) είχε περιγράψει μερικές δεκαετίες νωρίτερα ο Τσάρλι Τσάπλιν. Με το τίμημα να είναι βαρύ, σε νεκρούς πια και η απελπισία να μεγαλώνει, διότι πέρα από την επιτυχημένο μερκελισμό είχαμε μια ομαδική συγκατάθεση, ένα οκταγωνικό σχέδιο επικράτησης και υποδουλώσεις λαών και πολιτισμών.   

“…Μνημόσυνο για τους πεσόντες
Εξέδρες/ τα ψηλά καπέλα των υπουργών
μονύελα, γάντια, ακριβές γούνες
οι φαντάροι στη γραμμή παρουσιάζουν όπλα
πίσω από τις ξιφολόγχες που γυαλίζουν
στριμώχνεται ο λαός.
Φάτσες τετράγωνες ρυτιδωμένες
φάτσες μελανιασμένες απ’ το κρύο
χοντρά δυνατά σαγόνια σαπισμένα δόντια
μάτια κάτω από τσαλακωμένα κασκέτα
κόκκινα και βλοσυρά.
Ανάπαυσον ο Θεός τους δούλους σας
αλληλούια/ φυσάει […]
Ο πόλεμος/ ησυχία ησυχία μιλάει ο κύριος υπουργός
ο πόλεμος/ αλληλούια
φυσάει μες απ’ τα δεκανίκια των σακάτηδων
που χτυπάνε τις πόρτες των πολιτειών
φυσάει μες στις κιθάρες των τυφλών
που παίζουν στις γωνιές των δρόμων
φυσάει ανάμεσα στα κόκαλα των νεκρών […]
Το έθνος μας απειλείται…
υπέρ βωμών και εστιών…
μα πρέπει να συντομεύουμε εξοχότατε
μας περιμένουν για το τσάι
ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη
ένας ζητιάνος ξύνει τ’ αχαμνά του
Φυσάει στα κοκαλιάρικα απλωμένα χέρια
των ζητιάνων στα σκαλοπάτια των εκκλησιών
φυσάει στις ξεπαγιασμένες ουρές
έξω από τα λαϊκά συσσίτια
φυσάει στα ορφανοτροφεία, στα μπορντέλα
στα παιδικά άσυλα, φυσάει, φυσάει
- Να διαφυλάξουμε την ασφάλειαν του έθνους
- Να διώξουν λένε κι άλλους εργάτες αύριο, τι θα γίνουμε
- Σας πάει περίφημα η ερμίνα αγαπητή μου
- Ελεήστε με χριστιανοί, δώστε μου μια δραχμίτσα
- Μακάριοι οι πεινώντες κι οι διψώντες
- Κάνε πιο κει το στόμα σου βρομάει σαν απόπατος
- Η ελευθερία της πατρίδος
- Την πήγε στο νοσοκομείο μα θέλαν λεφτά…
- Απαιτεί να εξοπλισθώμεν
- Πέθανε
- Φυτίλια για τους αναφτήρες…φυτίλια, φυσάει
τι θα γίνουμε
πάρτε αδέρφια έχουμε και φυτίλια για δυναμίτες.
Φυσάει μες απ’ τους σκισμένους αγκώνες των χαμάληδων
φυσάει μες από τα τρύπια βρακιά των ανέργων
φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού.
Ο υπουργός χειρονομεί
πάνω στο χαμηλό μαύρο ουρανό
τα χέρια του σχεδιάζουν την προδοσία […]
Φυσάει, ο άνεμος μπερδεύει τους δρόμους
τις χρονολογίες, τα πρόσωπα
παρασέρνει τη σκόνη απ’ τα πεδία των μαχών
αυτή η σκόνη θάβει σιγά σιγά την Ευρώπη […]
Ένα σινιάλο ουρλιάζει τη νύχτα S.O.S, S.O.S…
Ο κόσμος βουλιάζει…
Φυσάει παράξενα απόψε ο άνεμος
αλλάζοντας το σχέδιο του κόσμου […]

Στα χρόνια της δικτατορίας, ο Λειβαδίτης βυθίζεται στη σιωπή και μένει άνεργος. Έτσι κατέληξε να γράφει σε ένα νεανικό λαϊκό περιοδικό της εποχής, το Φαντάζιο, μαζί με πολλούς ακόμα διωγμένους αριστερούς, από τον κριτικό κινηματογράφου Γιάννη Μπακογιαννόπουλο μέχρι τον συγγραφέα του Λοιμού, τον Αντρέα Φραγκιά, και τον Αλέξανδρο Κοτζιά που εκείνο το διάστημα ήταν στη φυλακή. Με το ψευδώνυμο Ρόκκος, ο Λειβαδίτης δούλεψε  μια σειρά από βιογραφίες λογοτεχνών και ακόμα μια σειρά από περιλήψεις, σε μορφή εκτενών διηγημάτων, μεγάλων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ειδικά η δεύτερη σειρά είναι υποδειγματική ως προς τη γραφή της και τον τρόπο απόδοσης του πνεύματος των έργων που πραγματεύεται. Αυτές οι δύο σειρές κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη: ο τόμος Μεγάλες Μορφές της Λογοτεχνίας συγκεντρώνει βιογραφίες "καταραμένων" Ελλήνων λογοτεχνών και ο τόμος Μεγάλοι Ρώσοι Συγγραφείς (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Παστερνάκ): Συνοπτική Απόδοση των Αριστουργημάτων τους από τον Τάσο Λειβαδίτη συγκεντρώνει ένα μέρος των εξαιρετικά ζωντανών συνόψεων που είχε κάνει ο ποιητής. 

Tο 1972, εκδίδει το βιβλίο "Nυχτερινός επισκέπτης, που οι  κριτικοί το θεωρούν έναρξη της β' φάσης του έργου του. Παράλληλα αποστασιοποιείται απο την πολιτική δράση και κάνει μιά βαθειά στροφή ενδοσκόπισης, αναδεικνύοντας το μεγάλο φιλοσοφικό βάθος του έργο του, ακολουθώντας έναν μοναχικό δύσβατο και πρωτοποριακό δρόμο στην μεγάλη του τέχνη (http://tleivaditis.weebly.com/).

Ήταν ένας νέος ωχρός. Καθόταν στο πεζοδρόμιο.
Χειμώνας, κρύωνε.
Τί περιμένεις; του λέω.
Τον άλλον αιώνα, μου λέει.

Που να πάω

Όσο για μένα, έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων,
αλλά… αλλὰ ποιος σήμερα ν᾿ αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς.

Χρωματίζω πουλιά και περιμένω να κελαηδήσουν

Άλλα μια μέρα δεν άντεξα.
Εμένα με γνωρίζετε, τους λέω.
Όχι, μου λένε.
Έτσι πήρα την εκδίκησή μου και δε στερήθηκα ποτέ τούς μακρινούς ήχους.

Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι

Κι ύστερα στο νοσοκομείο που με πήγαν βιαστικά…
Τί έχετε, μου λένε.
Εγώ; Εγώ τίποτα, τους λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μας μεταχειρίστηκαν,
μ᾿ αυτόν τον τρόπο.

Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.
Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.
Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,
αλλά εκείνη αρνείται.

Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε,
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν᾿ ακουμπήσω,
μια μικρή ανεμώνη.

Κύριε, αμάρτησα ενώπιων σου, ονειρεύτηκα πολύ
μια μικρή ανεμώνη. Έτσι ξέχασα να ζήσω.
Μόνο καμιά φορά μ᾿ ένα μυστικό που το ᾿χα μάθει από παιδί,
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.
Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τ᾿ όνειρα στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι ἀπ᾿ τους αγγέλους.

Ζήσαμε πάντοτε αλλού.
Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.

Sos, sos, sos, sos
Φυσάει απόψε φυσάει,
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
κάτω από τις γέφυρες φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

Φυσάει απόψε φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

Δωσ᾿ μου το χέρι σου φυσάει,
δωσ᾿ μου το χέρι σου

Γενικότερα η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη χαρακτηρίζεται από μια απαράμιλλη αυθεντικότητα. Εκφράζει τον εσωτερικό του κόσμο, την αισιοδοξία ή την απαισιοδοξία, τις υπαρξιακές αγωνίες του. Στις πρώτες του ποιητικές συλλογές είναι έντονη μια επαναστατική διάθεση εξαιτίας της στράτευσης του στην αριστερά. Αργότερα αυτή θα μειωθεί ή θα μεταλλαχθεί σ’ έναν ατέρμονα θρήνο για πόθους που δεν εκπληρώθηκαν, για αλλαγές που δεν έγιναν, για έρωτες και μοναξιά, για έναν κόσμο που πορεύεται προς την τρέλα μέσα σ’ ένα σκληρό σύστημα κοινωνικών ανισοτήτων. Ο συνεχής του αγώνας φαίνεται και μέσα από το έργο του «Καντάτα», όπου ο ήρωας του ν’ αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της συνέχειας του αγώνα, όπου η «προβολή» των εικόνων του 1960 να στέκονται τόσο αληθινές στο σήμερα. Όπως αναφέρει στην ανάλυση του ο Απόστόλης Μπενάτσης, ( «Οι ποιητικοί μετασχηματισμοί και το ενιαίο σύμπαν στο έργο του Τάσου Λειβαδίτη», Η λέξη, ό.π., σελ. 761), ζώντας σε μια κοινωνία στέρησης και δυστυχίας, ο πρωταγωνιστής της «Κατάντας» έρχεται αντιμέτωπος με τους κυρίαρχους μηχανισμούς του αστικού καθεστώτος. Οι «άντρες με τις καπαρντίνες και τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες» τον συλλαμβάνουν και τον φυλακίζουν. Αντιπροσωπεύουν έναν από τους πολλούς Αντίμαχους που θα συναντήσουμε στην Καντάτα. Πρόκειται για τα εκτελεστικά όργανα της εξουσίας, τα οποία με τις «καπαρντίνες» και τα «τυφλά τους μάτια» αποτελούν στερεότυπα αναπαράστασης των καταδιωκτικών αρχών. Ο ήρωας μεταφέρεται σε ένα κελί όπου βασανίζεται για να αποκαλύψει τα όπλα, τα οποία κατά την αντίληψη των ανακριτών θα στρέψει εναντίον της εξουσίας. Τα βασανιστήρια συνεχίζονται σαράντα μέρες. Ο πρωταγωνιστής μαζί με άλλους δύο στήνονται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Δύο στοιχεία προβάλλονται εδώ: η περιφρόνηση του θανάτου και η γνώση της μελλοντικής δικαίωσης. Σε μια στιγμή λίγων δευτερολέπτων το υποκείμενο οραματίζεται το μέλλον, τότε που θα δικαιωθούν όσοι θυσιάστηκαν. Αλλά και στο φυσικό επίπεδο υπάρχουν σημάδια που δηλώνουν τη μελλοντική δικαίωση του ήρωα. Η εκτέλεσή του γίνεται την άνοιξη. Η άνοιξη σε σημασιακό επίπεδο σημαίνει τη φυσική αναγέννηση και κατ’ επέκταση τη συνέχεια της ζωής. Ο θάνατος ακόμη τον βρίσκει τη στιγμή που βγαίνει ένας ολόλαμπρος ήλιος. Η φύση επομένως δηλώνει ότι με τον θάνατό του ο ήρωας γίνεται πρόξενος μιας νέας ζωής και ότι κάποτε θα έλθει η δικαίωση.

Ο μεγάλος αυτός ποιητής έφυγε από τη ζωή στις 30 Οκτωβρίου του 1988, σε ηλικία 66 χρονών στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο ύστερα από δυο αλλεπάλληλες εγχειρήσεις για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, που δυστυχώς όμως δεν απέτρεψαν το μοιραίο. Ας είναι τα  έργα του η αφορμή για μια πραγματική δικαιωματική εξέγερση για όλους για δικαιοσύνη, ισότητα και ελευθερία. 

Ὁ ἐπίλογος

Κι ἂν ἔφτασα τόσο μακριά, ἦταν γιὰ νὰ μὴν ἀκούσω ποὺ δὲ μοῦ ἀποκρίθηκαν
κι ἄχ, πλανήθηκα πολὺ σὲ δρόμους, ἀκολουθώντας τοῦτο ἡ ἐκεῖνο, κληρονόμος μιᾶς ἀνεξήγητης ὥρας: τότε ποὺ ὅλα θὰ ἐξηγηθοῦν,
……χωρὶς λόγια ἢ καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχουμε καν — ὅταν, τέλος, ξαναγύρισα ἡ πόλη εἶχε λεηλατηθεῖ, τὰ βαγόνια ἀναποδογυρισμένα,
……ἡ ἐξέγερση ἦταν πιὰ παρελθὸν κι ὅσοι ἀπομεναν ὄρθιοι πυροβολοῦσαν ἀκόμα
γιὰ ἕνα φτωχὸ ἔπαθλο στὰ ὑπαίθρια σκοπευτήρια
……καὶ τὸ βράδυ «τί ὥρα εἶναι;» ρωτᾷς, «ὀχτώ» σου ἀπαντᾶνε, μὲ τέτοιες ἄθλιες βεβαιότητες ζοῦμε
καὶ κανεὶς δὲν εἶδε τὸ ἔγκλημα — ἀφοῦ τὸ τέλειο ἔγκλημα ἔγινε
……ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ πιὰ τίποτα νὰ συμβεῖ. Ὅμως ἐγὼ ὑπῆρξα ἀνυπόμονος
σὰν κάποιον ποὺ ἀνοίγει τὴν ὀμπρέλα του σὲ καιροὺς ξηρασίας (ἴσως γιατί δὲ θέλει νὰ ξεχάσει),
……ἢ κάποιον ποὺ ντύνεται γυναῖκα γιὰ νὰ πεῖ ἕνα ψέμα ἀκόμα παιδικὸ —
μὴ μ᾿ ἀδικεῖτε, λοιπόν, ἂν ἔκλεισα τὰ μάτια, ἦταν γιὰ νὰ ὑπερασπίσω τὸν κόσμο
……ἢ θυμόμουν τὰ χέρια τῆς μητέρας καθὼς ἔβαζαν τὴ σκοῦπα πίσω ἀπ᾿ τὴ χαλαρωμένη πόρτα
……— στερεώνοντας ἴσως κάτι πιὸ μακρινό,
……ἐνῷ τὸ κοιμητῆρι, ἀντίκρυ, θρόιζε ἁπαλά, σὰν τὸ σύντομο ἐπίλογο ἑνὸς μυστηρίου.



© 2016 Emmanuel G. Mavros




You may also like

No comments:

Note: Only a member of this blog may post a comment.