ΟΛΑ ΤΣΕΚ (;)

0 Comments


Λένε ότι οι άνθρωποι δε χάνονται εύκολα. Αυτή η σκέψη έχει κυριεύσει το μυαλό μου. Κοιτάζω την οθόνη του υπολογιστή και τα λαμπιόνια δίπλα μου, προσεχτικά τοποθετημένα, να είναι ευθυγραμμισμένα, όλα τακτοποιημένα. Όλα ελεγμένα. Γιορτές έχουμε. Να γίνει η λάτρα του σπιτιού, να συμμαζέψω, να ξεσκονίσω, να τα κανονίσω όλα. Και μια μικρή εκκαθάριση. Να πετάξω τούτο. Να κρατήσω το άλλο. Όλα σε μια ευθεία. Τσεκ.

Αυτή η εμμονή να λέω… τσεκ. Όλα τσεκαρισμένα. Όπως μπροστά σε ένα γκισέ, πριν την αναχώρηση για έναν προορισμό. Αυτή η ανακούφιση που τα αφήνεις όλα πίσω σου, ανάμικτη με μια μικρή αδημονία για όλα τα καινούργια που θα συναντήσεις. Ή για μια αγκαλιά που, αν είσαι τυχερός, θα σε περιμένει σε εκείνη την αίθουσα, την οποία άλλοι εγκαταλείπουν και άλλοι καλωσορίζουν.

Όλα τσεκ. Προβλέψιμα. Τακτοποιημένα. Εμμονικά ελεγμένα. Και τότε με πιάνει μια τρέλα. Να αποδομήσω κάθε γράμμα από τη λέξη «τσεκ». Να πατήσω με λασπωμένα παπούτσια πάνω στο χαλί. Να χαρώ τον καναπέ μου και ας γίνουν ένα κουβάρι τα ριχτάρια. Να πέσουν τα ψίχουλα στο πάτωμα. «Όπου υπάρχουν σκουπίδια, υπάρχει ζωή», μου είχε πει κάποτε ένας δικός μου άνθρωπος. ΖΩΗ! Να μια ωραία λέξη, που τα λιγοστά της γράμματα αποδομούσα κραδαίνοντας μπροστά της ένα… τσεκ…

Το τηλέφωνο χτυπά. «Δε θα έρθω», απαντώ. Αυτή η απόδραση θα ήταν σύντομη. Δε θα είχε αίθουσα αναμονής. Φορώ το καλύτερό μου χαμόγελο, λες και μπορούσε να με δει από την άλλη άκρη της γραμμής. «Κάτι προέκυψε τελευταία στιγμή». Η γραμμή βουβή για μια στιγμή. Η απάντηση ψιθυριστή, σχεδόν. Απροσδόκητα σοβαρή. Το έχω αυτό. Να αιφνιδιάζω. Να χτίζω. Να χαλώ. Η γραμμή νεκρώνει. Μένω να κοιτάζω το κενό. Είναι από τις λίγες φορές που με νοιάζει. Που λυγίζω.
Σφίγγω τα δάχτυλά μου. Πιάνω το βιβλίο μου. Προσπαθώ να κάνω αυτό που ξέρω καλά. Να μην αντιμετωπίσω ό,τι με ενοχλεί. Να το τακτοποιήσω και αυτό σε ένα συρτάρι του μυαλού και πάλι από την αρχή.

Το κουδούνι χτυπά. Με μια φυσική συστολή ρωτώ ποιος είναι. Έξω βρέχει, κάνει κρύο και είναι σκοτεινά. Συνήθως κοιτάζω από τη χαραμάδα του παραθύρου να δω ποιος είναι. Όχι, όμως, αυτήν τη φορά. «Εγώ», ακούω μια φωνή, αναγνωρίσιμη σε μένα. Στο σπίτι είναι όλα τσεκ… Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο και για τον εαυτό μου. Ανοίγω την πόρτα. Ένα ζευγάρι μάτια κρυμμένα πίσω από μυωπικά γυαλιά με κοιτάζουν ουδέτερα. Στερεώνει με το δείχτη του χεριού του τα γυαλιά στη μύτη του και μου χαμογελάει. Τον κοιτάζω να στέκεται στο κατώφλι του σπιτιού μου, κάτω από τη βροχή, και το μόνο που σκέφτομαι είναι πώς θα πατήσει με τα βρεγμένα παπούτσια. Καθόλου… τσεκ.

«Λοιπόν, πού είναι;».
«Τι ψάχνεις;», τον κοιτάζω απορημένα.
«Το σακβουαγιάζ σου… σε ρωτώ πού είναι».

Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι κάποιος μου κάνει πλάκα. Αυτός ο άνθρωπος δεν είχε έρθει ποτέ στο σπίτι μου. Είμαι αποσβολωμένη. Δεν είμαι σίγουρη αν είμαι θυμωμένη. Δεν είμαι σίγουρη, γενικά. Προσπαθώ να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου. Μάλλον, θα πρέπει να έδειχνα γελοία. «Η μικρή μου είπε πού μένεις». Λαμπρά, σκέφτομαι, τώρα διαβάζει και το μυαλό μου. «Δε θα έρθω».

«Δεν καταλαβαίνω».
«Σου λέω, δεν έρχομαι».
«Πάμε για ένα καπουτσίνο;»...

Τον κοιτάζω. Κάνω συνειρμούς. Άλλη μια εμμονή μου να συνδέω μέρη, γεύσεις και αγαπημένες γωνιές με ανθρώπους.

«Αν και θα πρότεινα μια ζεστή σοκολάτα. Τι λες;», επιμένει.

Κάποιος μου κάνει πλάκα, επαναλαμβάνω στον εαυτό μου.
Τον κοιτάζω να διορθώνει για μια ακόμη φορά τα γυαλιά του πάνω στη μύτη του.
Διασχίζει το μικρό σαλόνι μου, πιάνει από την καρέκλα το παλτό μου και μου το δίνει.
Περπατάμε μέσα στη βροχή, διασχίζοντας μια μικρή απόσταση μέχρι το αυτοκίνητό του. Κάθομαι στη θέση του συνοδηγού. Μου χαμογελάει πλατιά, σκύβει και περνάει τη ζώνη ασφαλείας στη μέση μου.

«Ζώνη ασφαλείας», μου λέει και με κοιτάζει.
«Πού πάμε;», τον ρωτώ κι ακολουθώ το βλέμμα του.
«Ίσια μπροστά», μου απαντά.

Λένε ότι οι άνθρωποι δε χάνονται. Μικροί θάνατοι, όμως, οι απώλειες φίλων, συγγενών, συντρόφων και εραστών. Οι άνθρωποι χάνονται, λέω εγώ. Τα συναισθήματα, κάποια συναισθήματα, ξεθωριάζουν. Τα χαμόγελα παγώνουν. Οι αγκαλιές αδειάζουν. Όλα δοσμένα και ανεπίδοτα μαζί. Λέξεις που δεν ειπώθηκαν, αλήθειες που κρύφτηκαν και, ίσως, κάποιες κατευθυντήριες γραμμές -προδιαγεγραμμένες, λες – από τις σκέψεις αυτών... των άλλων.
Οι στιγμές, όμως… Οι στιγμές μένουν. Αποσκευές γίνονται και συνοδοιπόροι στο προσωπικό ταξίδι του καθενός.

«Omnia mea mecum porto», σκέφτομαι πριν κλείσω τον υπολογιστή. Κοιτάζω τις πατημασιές στο πάτωμα. Χαμογελώ.

* Ευχαριστώ πολύ τον κ. Εμμανουήλ Μαύρο για τη φιλοξενία του στο blog του.

Ο υπογράφων:
Alter ego



You may also like

No comments:

Note: Only a member of this blog may post a comment.