ΓΙΟΡΤΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

0 Comments


Η ώρα είχε σημάνει 12. Μικρά κεφαλάκια αναζητούσαν το έπαθλό τους. Δεκάδες κέρματα έπεφταν από τις χούφτες του πατέρα στο πάτωμα. Κεφάλια και μικρά χεράκια, όλα ανακατωμένα, γύρευαν να βρουν τα νομίσματα. Θυμάμαι τα γέλια, το σπρώξιμο, την αναζήτηση. Μπορώ μόνο να φανταστώ τους γονείς να χαμογελούν πάνω από την πάλη των παιδικών σωμάτων. Θυμάμαι ότι δεν είχε σημασία πόσα είχε κατάφερε να πιάσει ο καθένας μας. Μόνο αυτήν την ταραχή, αυτό το χτυποκάρδι, αυτό το γέλιο που μου έκοβε την ανάσα.

Θυμάμαι τις γεύσεις. Τις μυρωδιές από τα γλυκά που ψήνονταν. Περίμενα με αδημονία την ημέρα της προετοιμασίας. Της δοκιμής. «Σταμάτα να τρως τη ζύμη. Να ψήσουμε και τίποτα», φτάνει η φωνή της μαμάς μου στα αφτιά μου. Το τραπέζι που στρωνόταν με τα απαραίτητα. Πάντα σε αφθονία. «Καλύτερα να περισσέψει παρά να μη φτάσει», το μότο της νοικοκυράς του σπιτιού.
Θυμάμαι μια αξιοπρέπεια. Μέσα στα λίγα. Μακριά από το επώνυμο. Μακριά από τις hi tech καταστάσεις. Μόνο κάτι παραδοσιακές κούκλες και αυτοκινητάκια. Τίποτα το ιδιαίτερο. Μια σταλιά παιδάκι. Μου λείπει. Μπορούσα και χωρίς τα μεγάλα. Τα λαμπερά. Ποτέ δεν τα ζήλεψα. Καθόμουν δίπλα στο τζάκι, όταν όλοι κοιμόνταν. Κοιτούσα τη φωτιά. Και ύστερα το δέντρο με τα λαμπιόνια. Δεν ήξερα ποια χρώματα μου άρεσαν περισσότερο. Αλλά, πάλι, γιατί να διαλέξω;

Είναι στιγμές που νοσταλγώ. Που δε μου αρέσει αυτή η πραγματικότητα. Και ξέρετε γιατί; Γιατί πάντα έχω στο μυαλό μου ότι στον τόπο που ζω, μέσα στις κατοχές και τους εμφυλίους, μέσα στη σκλαβιά και τους πολέμους, οι άνθρωποι είχαν μια ακεραιότητα. Είχαν μια αξιοπρέπεια. Δε φοβόντουσαν να χάσουν. Την ήττα τους την έκαναν πρόκληση, κίνητρο για ένα βήμα παραπέρα. Δεν γκρίνιαζαν. Κρατούσαν τις παραδόσεις. Τηρούσαν τα ήθη και τα έθιμα. Δίδασκαν στα παιδιά τους να είναι… και όχι να φαίνονται. Σπούδαζαν και διέπρεπαν στις επιστήμες κι ας έπρεπε να μένουν σε ανήλιαγα δωμάτια. Κι ας μην είχαν εισιτήριο να πάρουν, έστω, το λεωφορείο. Ένα καρβέλι ήταν αρκετό για να χορτάσουν την πείνα τους.

Βλέπω ανθρώπους, που με τρομάζουν. Κάνουν σημαία τη διαφορετικότητά τους και θαρρούν πως θα τραβήξουν την προσοχή. Θεωρούν υποκρισία ένα ζεστό χριστουγεννιάτικο τραπέζι και μια ζεστή αγκαλιά δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Βλέπω δασκάλους που η ημιμάθειά τους καταντά επικίνδυνη. Όχι για τους ίδιους. Δικαίωμα και επιλογή τους να είναι ό,τι επιθυμούν. Αλλά γι’ αυτούς που τους ακολουθούν. Που δεν έμαθαν ποτέ να σκέφτονται, που δεν καλλιέργησαν την ψυχή τους ούτε διεύρυναν τους ορίζοντές τους και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν.

Βλέπω τα θλιμμένα βλέμματα των παιδιών. Και τη διάψευση. Όχι γιατί δεν μπορούν να αποκτήσουν αυτό που τόσο εξιδανικευμένα προβάλλεται από την τηλεόραση. Ας μη γελιόμαστε. Αυτή είναι μόνο η αφορμή. Δεν είναι η αιτία. Αυτό που πραγματικά λείπει είναι μια ζεστή αγκαλιά. Η βάση για να στηριχτούν. Η εμπιστοσύνη. Τη μεγάλη λέξη, αλήθεια! Εμπιστοσύνη. Ότι ο κόσμος να χαλάσει αυτό το παιδικό χεράκι δε θα το αφήσει κανείς.

Μόνο κατήφεια. Γκρίνια. Απόγνωση. Και ένα δριμύ κατηγορώ να εξακοντίζεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Ανημπόρια και κατάντια.

Είναι δυστυχισμένα αυτά τα παιδάκια. Και πραγματικά… Πραγματικά, καθόλου δε λυπάμαι αυτούς τους ενήλικες που στέκονται στη θέση αυτή που έχουν μαρκάρει με τις επιλογές τους. Και ας μην το καταλαβαίνουν. Λυπάμαι εκείνα τα παιδάκια που μεγαλώνουν σε τοξικό περιβάλλον. Που γνωρίζουν μια ζωή που δεν τους αξίζει. Που θεωρούν ότι οι επιλογές τους είναι όσες χωρά το μυαλό των μεγάλων... Αντί για αγάπη… ψυχική βία. Χυδαιολογία.

Όλοι, νομίζω, στέκονται στην οικονομική κρίση. Είναι αδιαμφισβήτητη, δε θα ισχυριστώ το αντίθετο. Όμως, θαρρώ, η πιο απειλητική κρίση είναι η αξιακή. Χάσαμε τις αξίες μας, τα ιδανικά μας, την παράδοση, τα ήθη και τα έθιμά μας.  Ο «κατακτητής» δεν μπόρεσε ποτέ εδαφικά να κυριεύσει επί μακρόν την Ελλάδα. Ωστόσο, στην εποχή της τεχνογνωσίας, της διπλωματίας και των προηγμένων οπλικών συστημάτων, πέτυχαν διάνα, όχι πατώντας ένα κουμπί, αλλά κατακτώντας τον πολιτισμό μας και εκμηδενίζοντας τη διαφορετικότητά μας. Η κυριαρχία είναι πνευματική. Ηττηθήκαμε, λοιπόν.

Υψώστε ένα ποτήρι γεμάτο scotch, πάρτε αγκαλιά τη μιζέρια σας, πετάξτε τα μελομακάρονα από το μπαλκόνι, ισοπεδώστε το δέντρο και κοροϊδέψτε ως γραφικό το παιδάκι με αγιοβασιλιάτικο σκουφί που σας λέει τα κάλαντα.

Και του χρόνου!

*  Ευχαριστώ τον κ. Εμμανουήλ Μαύρο για τη φιλοξενία του στο blog του.

Ο υπογράφων:
Alter ego




You may also like

No comments:

Note: Only a member of this blog may post a comment.